Και βέβαια ο χρόνος είναι κυνηγός. Και τι κυνηγάει κακά μου παιδιά; Τους ανθρώπους! Πώς το σκέφτηκα! Να το σημειώσουμε κάπου μην ξεχαστεί. Σας έλεγα την περασμένη εβδομάδα πως αγαπώ τα Χριστούγεννα, απόψε σας λέω ότι μισώ την πρωτοχρονιά. Την άθροιση δηλαδή. Την πρώτη ψυχρολουσία την πήρα όταν αναφερόμενη σε κάποιο γεγονός είπα τη φοβερή ατάκα: πριν από 10 χρόνια…. Μόλις συνειδητοποίησα ότι η ηλικία της μνήμης άρχισε να γίνεται διψήφια ταράχτηκα ταραχήν μεγάλη. Έκτοτε έχει αλλάξει και το πρώτο νούμερο του διψήφιου αριθμού όπως καταλαβαίνετε. Είμαι και λίγο γκαντέμης άνθρωπος. Ως μικρή επειδή ζοριζόμουνα βιαζόμουνα να μεγαλώσω. Ε, και τώρα πάω καλιά μου που θα ‘λεγε κι ο Νίκος Καββαδίας. Σαν την τρελή τηλεφωνώ στο Γκρήνουιτς, στη ΝΑΣΑ όπου μπορω τέλος πάντων, φρένο παιδιά φωνάζω φρένο, φέρτε πίσω τα ρολόγια τα χρόνια τις ζωές μας. Ποιος ν ακούσει; Μπροστά στην επιστήμη το δράμα μου είναι ένα αποτυχημένο μπουλβαράκι. Τέλος πάντων. Ας πω μια καλησπέρα να πάνε τα φαρμάκια του χρόνου κάτω. Καλησπέρα σας.

Θεοί! Πότε θα σταματήσει να γδέρνει τα σπλάχνα μου αυτό το: σαν άλλος να ‘μουν κι όχι εγώ μες στη ζωή πορεύτηκα; Πότε; Ποτέ; Τόσο βαθειά είναι αυτή η αλήθεια. Ναι, άλλα είναι εκείνα που αγαπώ, ναι, αγάπησα αυτά με τα οποία διάλεξα να ζω, γι αλλού ξεκίνησα -σαν άνθρωπος μιλάω- αλλά επιτρέψτε μου να θεωρώ ότι σ’ αυτό δεν ηττήθηκα παντελώς. Ο Οδυσσέας Ελύτης έχει γράψει ουράνια πράγματα -δεν σας λέω κάτι ούτε καινούργιο ούτε παλιό. Ωστόσο νομίζω μ αυτό του το λεγόμενο Παράπονο εξέφρασε το συλλογικό ασυνείδητο όλων μας με λέξεις που ακονίζουν το ξυράφι τους στις κεντρικές μας αρτηρίες. Εντάξει. Δεύτερη ζωή δεν έχει. Γρηγόρη! Μου θυμίζεις παιδί μου πότε ακριβώς ήταν η πρώτη;

Αυτό ξαναπέστο. Το πάρτι με το βερμούτ τα πρώτα τσιγάρα τα πρώτα φιλιά. Πλην, καλέ μου, κανείς δεν μένει παιδί, αν συμβεί αυτό δεν είναι σύμπτωση που λέει και η φίλη μου η Χριστίνα, είναι σύμπτωμα. Επικαλούμαστε συχνά την παιδική ηλικία για να νομιμοποιήσουμε τα λάθη, την αφέλεια, το Γιάννη το φονιά, την τρέλα που συναντήσαμε στην πορεία μεγαλώνοντας. Όλοι εχουμε κάτι να νοσταλγήσουμε ακόμα κι όσοι γίναμε ανάδοχοι γονείς του εαυτού μας κατόπιν εκτάκτου ανάγκης. Λέω τα άσπρα μου μαλλιά ανταύγειες κι όταν είμαι έξω έως πάρα πολύ αργά τεντώνω ανακλαστικά τα αυτιά μου και περιμένω ν’ ακούσω την Άννα ή την Κατίνα να ουρλιάζουνε προς την μεριά του Αϊ Νικόλα: Στελλίιιιιιιιξι!

Πάντα υπάρχει μια ιστορία που δεν τη λέμε ποτέ. Σε κανέναν. Στοιχειώνει μέσα μας μέχρι το τέλος που η ψυχή θα πάρει το κέρμα της και θα φύγει γι απέναντι. Οι δικοί μας γονείς -δεν ξέρω για τους σημερινούς- μας λέγανε: μην τα δίνεις όλα, κράτα κάτι για τον εαυτό σου. Αλλά νομίζω δεν εννοούμε το ίδιο πράγμα. Αυτή η αμίλητη ιστορία δεν είναι κατ’ ανάγκην κακές πράξεις ή σκέψεις που μας κατοίκησαν. Ίσως να μην είναι καν του κόσμου τούτου απτές αποδείξεις. Είναι σαν παραμύθια ημιτελή που ο καθένας θα βάλει τον επίλογο της αρεσκείας του ή απόηχοι από ζωές προηγούμενων ανθρώπων που αόρατοι περπατάνε δίπλα μας πότε σαν άγγελοι και πότε σαν δαίμονες, μας ξέρουν τους ξέρουμε αλλά κανείς δεν ομολογεί τίποτα. Κάπου εκεί χωράνε και οι έρωτες που κύλησαν σα δίφραγκο στους δημόσιους αγωγούς υδάτων και χάθηκαν στα έγκατα της καρδιάς μας. Εκεί. Στο αμίλητο νερό. Στις αμείλικτες κρυφές μας ιστορίες.

Αφιερωμένο στον Καπετάν Γιώργη και το σκαρί του τον Ξενοφώντα και στον Καπετάν Νικόλα από τη Θεσσαλονίκη και οι δυο. Ο Γιώργης δε νομίζω να έπιασε ποτέ Ινδικό με τον Φώντα, όλο από κάτι έρημες παραλίες μου τηλεφωνεί τα καλοκαίρια να ζηλέψω που τρώει το φρεσκοπιασμένο ψαράκι του. Ο Καπετάν Νικόλας έχει αφήσει τις ζωές του σε πολλά σκαριά, δεν τον γνωρίζω τόσο ώστε να ξέρω αν… αποστρατεύθηκε έχοντας περάσει τα σύνορα της τρέλας ή έχων σώας τας φρένας. Όλοι τη ζηλεύουμε αυτή τη ζωή στις ανοικτές θάλασσες κρατώντας την ποίησή της κι όχι το χτικιό της δουλειάς που απαιτεί. Όπως και να ‘χει όμως για ορισμένους ανθρώπους -μπαίνω κι εγώ λαθρεπιβάτης εδώ- η θάλασσα είναι καλύτερη παρηγοριά από τη στεριά. Όχι;

Έτσι. Μας καταβροχθίζουν από μέσα. Επιθυμίες, σκέψεις, εικόνες, όνειρα που ξέμειναν από σώμα κι ήρθαν στο δικό μας. Μας κατοικούν και τρέφονται από τη σάρκα μας, όπως ο αέρας που φυσά μέσα στον Γιάννη Αγγελάκα και δεν τον αφήνει να ησυχάσει. Όταν ξυπνήσουν κάποτε τα παραμύθια να ξέρετε πώς ο κόσμος μας θα γίνει πολύ πιο εφιαλτικός. Γιατί θα θελήσουν να πάρουν πίσω τα χρόνια που είχαμε τόσα πρόσωπα φυλακισμένα στην ίδια πάντα ιστορία. Φυλακισμένοι είμαστε κι εμείς σε ό,τι επιλέξαμε ή σε ό,τι επιτρέψαμε να διαλέξουν άλλοι για μας. Το επισκεπτήριό μας είναι πάντα δυο περιστέρια που δεν κάθονται με τίποτα να δέσουμε στα νύχια τους το σημείωμα προς τους απέξω.

Χαρτάκι από ημερολόγιο που διαβάζοντάς το σου καίει τα μάτια. Σ’ αγάπησα. Γέρασες. Γέρασα. Ο ουρανός σπάει σαν γυαλί στις ρυτίδες μας. Όχι δεν θα περάσω πάλι από αυτόν τον δρόμο, δεν θα ξαναπιώ καφέ σ αυτό το μαγαζί, αλλάζω συνήθειες τρόπους συνοικία -το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι μια τυχαία συνάντηση όταν όλα πήγαν τόσο άτυχα. Δεν θα με ξεχάσεις το ξέρω. Θα έχεις πάντα μια έννοια για την τρέλα μου, δεν σε ξεχνώ το ξέρεις έχω πάντα ένα λόγο να σου κρύβομαι. Μόνο, μέρες που είναι ας μη σκεφτούμε τίποτα. Να γινόταν μ’ ένα τρόπο το μηχανάκι του εγκεφάλου να έκανε παύση μακρά μπας και καεί κανένα κύτταρο παραπάνω και ξυπνήσουμε τη νέα χρονιά ενθυμούμενοι κάτι τις λιγότερο.

Αααα! Μη μου τη σαρκάζετε την καημενούλα την επαρχία γιατί θα θυμώσω άσχημα. Άρτι αφιχθείσα από τις περιοχές της, από τις χειμωνιάτικες πόλεις με το θάνατο να κόβει βόλτες στο μεγάλο δρόμο μόλις σκοτεινιάσει και τα νεαρά αγόρια λιώμα από τις 8 το βράδυ για την αγάπη που δεν ήρθε, για την αγάπη που ήρθε κι έφυγε για τα πόδια τους τα ίδια που δεν θα τους βγάλουνε γερούς μέχρι την εθνική να μπουν σε μια νταλίκα να φύγουν απ το σκοτάδι. Πολύχρωμες βιτρίνες, αίσθηση Αθήνας σε μικρογραφία, όλες οι φίρμες παιδιά, και Φολί φολί και Επόνυμον και Τσακίρης Μαλάς όλα στα πόδια σας, δεν έχετε λόγο ν απομακρυνθείτε από τα κελιά σας. Κι αφήστε όλους αυτούς που γεννηθήκαν κάτω από την Ακρόπολη -πόσα εκατομμύρια πια οι γηγενείς, οι γκάγκαροι;- να νομίζουν ότι η ζωή είναι μόνο δική τους. Δική τους είναι δεν μπαίνει θέμα αλλά όσοι ξεκινήσαμε από ακτίνα 100 χιλιόμετρων και πέρα από την Ομόνοια. μάθαμε τουλάχιστον νωρίς νωρίς να διαχειριζόμαστε το θάνατό μας.

Απόψε το Ιατρείο θα κάνει κάτι από αυτά που σιχαίνεται. Ένα είδος καλλιστείων να το πω; διαγωνισμό τραγουδιού να το πω; δεν ξέρω δεν το λέω τίποτα. Είχα ανάγκη να επιβεβαιώσω τη συνέχεια της αλυσίδα στο ελληνικό τραγούδι ως εκ τούτου ανακήρυξα μόνη μου τον καλύτερο δίσκο και το καλύτερο τραγούδι της χρονιάς που εκπνέει. Προσωπικό αυθαίρετο το παίρνω όλο πάνω μου και το υπογράφω με χέρια και με πόδια. Κατ’ εμέ λοιπόν ο καλύτερος -μακράν- δίσκος του 2009 ήταν η Νεροποντή του Αλκίνοου Ιωαννίδη από την οποία μόλις ακούσαμε το υπέροχο Απόψε. Ούτως η άλλως πρόκειται για τον σημαντικότερο μέχρι τώρα που μιλάμε τραγουδοποιό των τελευταίων 20 χρόνων. Δεν κάνει φασαρία γύρω από τον εαυτό του εμφανίζεται όταν πράγματι έχει κάτι να πει κι όταν ακούμε αυτό που λέει μας ταράζει συθέμελα. Πάμε για το τραγούδι τώρα.

Παίζει το Ομορφοι κι ηττημένοι με την Μαρία Παπαγεωργίου

Ναι διάλεξα ένα ακυκλοφόρητο τραγούδι το οποίο ωστόσο είναι ήδη γνωστό σ’ ένα μεγάλο μέρος του κοινού που παρακολουθεί τις εξελίξεις και δεν γυρίζει τις πλάτες του στους νέους. Το κομμάτι έχει γίνει γνωστό από τις εμφανίσεις των δυο παιδιών σε μουσικές σκηνές κι έχει παιχτεί και από εμάς εδώ και από τον Θεοδόση εκεί ψηλά στην Αλεξανδρούπολη ενδεχομένως και από άλλους συναδέλφους της επαρχίας που δεν γνωρίζω. Το θεωρώ υπέροχο κομμάτι με τον Αλέξανδρο Εμμανουηλίδη να μας παρουσιάζει ένα μουσικό πρόσωπο διαφορετικό από τον πρώτο και τελευταίο μέχρι στιγμής δίσκο του και την Μαρία Παπαγεωργίου που το υπερασπίζεται ερμηνευτικά σαν να έχει στα χρώματα και τον τρόπο της εμπειρία μιας δεκαετίας τουλάχιστον. Αφήνω ξέχωρα τους στίχους που κι αυτοί δείχνουν ένα άλλο σημαντικό πρόσωπο του Αλέξανδρου τόσο ισχυρό που διαβλέπω να εχουμε σύντομα δύο σημαντικά ποτάμια στον στίχο της νέας γενιάς. Το πρώτο είναι βέβαια ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος που ήδη κυλάει μοναχικός κι αγέρωχος.

Λοιπόν. Τι να σας ευχηθώ που να μην το έχετε; Καινούργιο κινητό; Καινούργια Καγιέν; Καινούργιο σαλέ; Δεν ξέρω, διαλέξτε και στείλτε μου το λογαριασμό. Σάμπως θα πληρώσω; Ο Τειρεσίας να είναι καλά. Στα σοβαρά: Μακριά από ΕΚΑΒ, νοσοκομεία, φυλακές και ψυχιατρεία. Όλα τα άλλα θα τα αντέξουμε.

Μείνετε συντονισμένοι στο Β΄ Πρόγραμμα. Εδώ η μουσική ακούγεται και καμιά φορά πονάει κιόλας

(6) ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΨΩ 3:48

Άλα της το ιατρείο! Αναβοσβήνει απόψε. Μπορεί να είναι από τα νεύρα του αλλά δεν πειράζει σημασία έχει η παραγωγή ενέργειας. Να καίνε τα φωτάκια να σβήνουμε εμείς. Είχα θέμα. Από την περασμένη Τετάρτη προσευχόμουν στους θεούς του ραδιοφώνου, να με βγάλουν αυτές τις μέρες από το πρόγραμμα διότι δεν ήξερα τι να παίξω σε σας στα παιδιά στην αγορά στο αύριο. Αγχώθηκα μέχρι Στεντόν που δεν λέει ο λόγος αλλά η πράξη. Διαρκούσης αυτής της κρίσεως κάτι φώτισε μέσα μου και σκέφτηκα το εξής: Μολονότι ως ψυχολογικό προφίλ είμαι άνθρωπος του Πάσχα -ξέρετε: θρήνοι, βαριά μελαγχολία, η σωτήρια της ψυχής, η έσχατη απαξίωση του σώματος κλπ κλπ- εν τούτοις η μόνη γιορτή που αγαπάω από πιτσιρίκι είναι τα Χριστούγεννα. Οπότε λέω, τι κάθεσαι όρμα να κάνεις του δουλειά σου κι όποιον πάρει ο Χριστούλης. Ελπίζω τώρα εσείς να είστε προσγειωμένοι και να μην έχετε φοβερές απαιτήσεις χαράς εκ μέρους μου. Γνωριζόμαστε καλά νομίζω. Οπότε καλήν εσπέρα σας άρχοντες κι αρχόντισσες.
Παίζει το Χριστούγεννα πάντα τσακωνόμαστε με τον Διονύση Σαββόπουλο
Αυτό μάλλον θα το ακούσουμε και την άλλη Τετάρτη μιας και το κύριο θέμα του είναι ο χρόνος, ωστόσο το έβαλα απόψε γιατί περιγράφει εξαιρετικά τη χριστουγεννιάτικη διαδρομή των ελληνικών οικογενειών από τον ανήλικο εαυτό τους μέχρι τον… βαριά ενήλικο. Όσοι είχατε τη χαρά και την τύχη να μη μεγαλώσετε σε μια οικογένεια φραπέ θα τα αισθάνεστε όλα αυτά τα συναισθήματα πολύ οικεία. Εγώ πάλι τα δανείζομαι από όπου βρω. Εμείς ήμασταν κατά βάθος πολύ ρεαλιστικοί τύποι. Ποιοι αγιοβασίληδες και ποιες καμινάδες, παπούτσι λουστρίνι ήταν για τα Χριστούγεννα και λαμπάδα συν παπούτσι κόκκινο ή άσπρο ανάλογα τη μόδα για το Πάσχα. Πώς αγάπησα τα Χριστούγεννα δεν έχω επίγνωση. Ήταν τόση η ανάγκη μου που αφέθηκα να πιστέψω στα λαμπιόνια που αναβοσβήνουν και στις κόκκινες μπάλες που άμα κάτσεις στη σωστή θέση βλέπεις να καθρεπτίζεται το πρόσωπό σου; Στους δρόμους που ήταν γεμάτοι από ανθρώπους και ψώνια (αυτό και με τις δύο του σημασίες); Στα καταστήματα που είχαν την τιμητική τους με όλα εκείνα τα παιχνίδια που δεν χόρταινες να βλέπεις και να πειράζεις; Δεν ξέρω. Να ‘ναι καλά τα βιβλία που με έφεραν όσο πιο κοντά γίνεται στο παραμύθι των Χριστουγέννων γιατί σ’ εκείνες τις μονοψήφιες ηλικίες το ψεύδος του παραμυθιού μπορεί να στηρίξει όλη τη μελλοντική σου ισορροπία. Να κάνουμε ένα διάλλειμα γιατί σαν πολλή μου έπεσε η χαρά. Για βάλε κανένα ζόρικο βρε Δημήτρη
Παίζει η Μπαταρία με τη Σωτηρία Λεονάρδου
Αυτά είπε ο Νικόλας Άσιμος και ελευθερώθηκε μ’ ένα σκοινί από το ταβάνι. Εντάξει δεν θα το ζορίσω πολύ. Πάντως και οι μπαταρίες τελειώνουν κάποτε. Άμα δε αρχίσουν να βγάζουν τα υγρά τους καταστρέφουν τα πάντα. Μηχανήματα και σάρκες. Ευτυχώς εμείς δεν είχαμε ποτέ αρκετά λεφτά κι έτσι οι γονείς μας δεν μας έβαλαν μπαταρία. Κινούμαστε κι εγώ κι ο αδελφός μου από μόνοι μας. Κατά καιρούς βέβαια έχουμε καμιά βλάβη τύπου έμφραγμα αλλά σε γενικές γραμμές τα καταφέραμε να μεγαλώσουμε και να πορευτούμε προς της κατεύθυνση της ελευθερίας. Όσοι δεν τη γλυτώσατε σαν κι εμάς μην το βάζετε κάτω. Μια απόξεση είναι όλη κι όλη, Την κάνεις τελείωσες. Βγαίνεις από το σύστημα από το παζάρι από το Φέις μπουκ που λέει ο λόγος αλλά είσαι ο εαυτός σου βρε παιδί μου. Όχι ένας κρίκος στην ατέλειωτη αλυσίδα των εκπολιτισμένων δίποδων θηλαστικών. Να το τρυφερέψουμε τώρα λίγο κύριε ηχολήπτη;
Ε, ναι είναι βασικό αυτό. Να θυμάται κανείς ν’ αναπνέει, λέω, μετά την ήττα. Όλοι έξω -με δυο κουβέντες! Δεν είναι μέρα γι αναλύσεις πολλές αλλά νομίζω είναι καλή για προτάσεις. Λοιπόν αυτό το ωραίο τραγούδι που ακούσαμε προέρχεται από τον καινούργιο δίσκο των Γαία (γιατί Gaia παιδιά;) που δεν είναι άλλοι από την Γεωργία Βεληβασάκη και των Κώστα Αθυρίδη. Ο δίσκος που κατ εμέ είναι από τους καλύτερους της χρονιάς η οποία τελειώνει τιτλοφορείται Action St και είναι ένα εξαιρετικό δώρο για εσάς και τους φίλους σας. Θα σας πω και δυο βιβλία που μ’ ενθουσίασαν τελευταία, ένα ελληνικό ένα χιλιάνικο. Το πρώτο λέγεται Προδοσία κι εγκατάλειψη το έχει γράψει η κυρία Σταυρούλα Σκαλίδη και είναι από τις εκδόσεις Πατάκη. Είναι μια νουβέλα που πραγματεύεται τη μοναξιά και την τρέλα εδώ, σήμερα, απόψε, δίπλα μας, μέσα μας, στο απέναντι μπαλκόνι. Κανένα λάιφ στάιλ, κανένας εξυπνακισμός, ένα βιβλίο με γοητευτική γραφή και έξυπνο χειρισμό της ιστορίας που αφηγείται. Το άλλο βιβλίο είναι του φίλου μας από παλιά του Λουί Σεπούλδεβα, λέγεται το Λυχνάρι του Αλαντίν, εκδόσεις Όπερα και είναι καμιά δεκαριά διηγήματα απίστευτης ομορφιάς. Διαβάστε, χαρίστε, τολμήστε να προσεγγίσετε ονόματα που δεν αναβοσβήνουν στο χρηματιστήριο του βιβλίου, θα ανακαλύψετε θαύματα. Και τώρα… Τώρα θα σας πω κι εγώ ένα παραμύθι. Η μουσική που το συνοδεύει είναι έμπνευση και μίξη του κ Δημήτρη Καλοστύπη. Πάμε;
Ο μάγος στη στροφή
Κλασικός-Έλλην-άντρας. Σιχαινόταν τις δουλειές του σπιτιού και σαν να μην έφτανε αυτό κατέβαλλε το μέγιστο δυνατό ποσοστό στην ακαταστασία του χώρου. Κάτι που έβγαζε την Κατίνα από τα ρούχα της αλλά …καμωνότανε, καθώς έλεγε, για να μη γίνεται συνέχεια καβγάς. Για θρησκεία δεν συζητάμε. Το Μεγάλο Σάββατο στην Ανάσταση. άντε και σε κανένα γάμο καμιά κηδεία γνωστού-συγγενούς ή φίλου. Και πάλι έξω καθότανε και έκανε τσιγάρα.
Μόνο κάθε Δεκέμβριο γινόταν άλλος άνθρωπος. Αρχές αρχές του μήνα επέστρεφε νωρίς στο σπίτι κρύβοντας πίσω από το αρκετά ψηλό μπόι του το μεγάλο κουτί. Κάθε χρονιά, κι άλλο κουτί. Κάθε χρονιά, κι άλλο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ποτέ δύο φορές το ίδιο. Δεν ήταν πλούσιος. Βενζινάς ήτανε, αντιπρόσωπος της Σέλ. Η οποία Σελ μπορεί στη Νιγηρία να τα έκανε ρημαδιό, αλλααά, με τους συνεργάτες της ήτανε κυρία. Κάθε χρόνο τους έστελνε δώρο ένα δέντρο από τα πιο σύγχρονα. Πότε μ’ εκείνα τα χαζά κλαδιά που έπρεπε να τα ανοίγεις δυο ώρες -και πάλι ατσούμπαλο ήτανε, και πότε με τα εξελιγμένα. Τα σπαστά. Ένα κουτί τίγκα στο πλαστικό: πλαστικός κορμός-πλαστικά κλαδιά, σε μια ζωή που αγκομαχούσε να μην πλαστικοποιηθεί και η ίδια. Πάντως αυτά τα δεύτερα, τα σπαστά, από πείρα το λέω, είναι πιο εύχρηστα. Τα συναρμολογείς γρήγορα και ξεμπερδεύεις.
Νάτος λοιπόν πάλι με το σπάνιο γέλιο και το μεγάλο κουτί πίσω από την πλάτη, χεσμένος από τη χαρά του, γιατί φέτος σπίτι είναι και η μικρή, η βαφτιστήρα του και αυριανή του κόρη – αυτό, τότε δεν το ήξερε κανένας ακόμα.
Μπαίνει, πετάει σακάκι παπούτσια όπου βρει, πετάει από την τραπεζαρία καρέκλες και τραπεζάκια, επίσης όπου βρει, και φτιάχνει χώρο για το δέντρο. Η μικρή τον κοιτάζει όλο θαυμασμό και εκείνος κάνοντας κάτι ταχυδακτυλουργικά της συμφοράς, αλά ούνε αλά ντούε αλά τρέ, ανοίγει όλος καμάρι το κουτί και εμφανίζει το τεμαχισμένο κουφάρι ενός ψεύτικου δέντρου.
Εν τούτοις το φόρτε του δεν ήταν αυτό. Ήταν το στόλισμα. Ναι το στόλισμα: Αυτός ένας μακρονησιωτης όνομα και πράγμα άθεος και ασυγχώρητος, στρωνόταν στη δουλειά να φτιάξει το σύμβολον της εορτής.
Είπαμε. Κάθε χρόνο κι άλλο δέντρο. Μικρό, μεγάλο, τεράστιο, πλαστικό, υφασμάτινο, πράσινο και μια φορά ασημί –ήτανε μόδα φαίνεται. Έβαζε τη μικρή να βουτάει τα ντεμισέ της Κατίνας, να κόβει τις κλωστές σε μικρά κομματάκια και, μαζί μετά, να τις περνάνε από τις μπάλες προκειμένου να κρεμαστούν –οι μπάλες.
Μπάλες κατά το πλείστον κόκκινες -μη ξεχνάμε και την ιδεολογία μας- άντε και καμιά χρυσή να σπάει τη μονοτονία του χρώματος. Κι αφού βάζανε τα στολίδια, άρχιζε ν ανεβαίνει η πίεση της Κατίνας γιατί έφτανε η ώρα-του- χιονιού. Όπου χιόνι τώρα φαντάσου φελιζόλ κομμένο σε εκατομμύρια μικρά κομματάκια όσο το διπλό μέγεθος μιας κεφαλής καρφίτσας. Το πιάνανε με τις χούφτες και το πετάγανε στο δέντρο και όπου κάτσει. Συνήθως καθότανε στο πάτωμα και άρχιζε ο ευγενής διάλογος των ενηλίκων με κύριο θέμα: ποιος θα σκουπίσει πάλι το δωμάτιο, έ;
Αλλά υπήρχε τότε και ένα φόρτε πιο φόρτε από το κανονικό. Ένας υπερθετικός βρε παιδί μου. Η φ-ά-τ-ν-η. Μιλάμε για μελέτη αρχιτέκτονα. Κάθε χρονιά κι άλλη, ως γνωστόν. Χάρτινη, πλαστική, τρισδιάστατη, με όλα τα πρόσωπα της γνωστής ιστορίας παρόντα. Αλλά δεν ήταν αρκετά αυτά. Εμείς τα εμπλουτίζαμε. Αρνάκια, βοδάκια, αλογάκια, όλα έξτρα, έτσι που γινότανε μια …αρχοντοφάτνη να πούμε. Και βεβαίως οι μάγοι. Σε παράταξη και με κατεύθυνση πορείας προς-τη-φάτνη.
Η μικρή το είχε δει παιχνίδι, έβλεπε και το Σπύρο να γελάει ακόμα κι όταν τις έπεφταν οι μισές μπάλες από τα χέρια και έσπαγαν –ωωωπ, τραυματίας πολέμου! έλεγε ο νονός και γελούσαν όλοι μαζί -καθένας για δικό του λόγο ως απεκαλύφθη πολύ πολύ αργότερα..
Το κόλλημα της μικρής ήταν η φάτνη. Συνέχεια εκεί την έβρισκες: να ανακατανέμει το ζωικό βασίλειο, πότε από δω τα αρνάκια από εκεί τα βοδάκια, πότε τα ζώα χιαστί -αυτά δε σπάγανε κιόλας και τα έκανε ο,τι ήθελε.
Προχωρώντας η ηλικία η ακόμα μικρή, παρατήρησε μία χρονιά, πώς παρά τα λεγόμενα από παραμύθια ιστορίες και βιβλία, οι μάγοι στη δική της φάτνη ήτανε δύο. Πιάνει μια μέρα λοιπόν το Σπύρο και του λέει: να σου πω νονέ, λείπει ένας μάγος.
Λείεεεπει ένας μάγος; Φώναξε αυτός έκπληκτος. Ποιος από όλους;
Εκεί η μικρή κώλωσε. Δεν θυμόταν ονόματα. Και έμεινε έτσι το πράγμα.
Την επόμενη χρονιά, κοιτάζει βλέπει, πάλι δύο οι μάγοι. Να σου πω νονέ, λείπει ένας μάγος.
Λείεεεπει ένας μάγος; Φώναξε αυτός έκπληκτος. Ποιος από όλους;
Ο Μπαλτάσαρ, λέει η μικρή που είχε πάρει τις πληροφορίες της.
Είσαι σίγουρη πώς είναι αυτός; Την ξαναρωτάει ο Σπύρος.
Δεν ήταν. Και έμεινε έτσι το πράγμα.
Ένα χρόνο αργότερα, νέο δέντρο, νέα στολίδια, ανανέωση και εμπλουτισμός των αρνακίων και των άλλων ζώων, πλην… οι μάγοι σταθερά δύο.
Να σου πω νονέ, λείπει ένας μάγος, του λέει.
Λείεεεπει ένας μάγος; Φώναξε αυτός έκπληκτος. Ποιος από όλους;
Δεν ξέρω και δε με νοιάζει. Αυτά μου τα έλεγες όταν ήμουν μικρή.
Και τώρα τι είσαι; Της απαντά εκείνος.
Από όπου και να το έβλεπε το θέμα, πάλι μικρή θα έβγαινε, οπότε δεν επέμεινε. Και έμεινε έτσι το πράγμα.
Χρονιά τη χρονιά, η μικρή απομακρύνθηκε από το όριο ηλικίας που δεν παίρνεις απαντήσεις και μια φορά του λέει:
Άκου να δεις. Λείπει ένας μάγος. Δεν ξέρω ποιος από τους τρεις είναι, αλλά απαιτώ να μου πεις ΠΟΥ είναι.
Καλά, τέτοιο χαζό κοριτσάκι έχω εγώ; Της είπε γελώντας.
Γιατί λες ότι είμαι χαζό, δεν είμαι χαζό. Θέλω να μου πεις αμέσως πού είναι ο τρίτος μάγος.
Πώς δεν είσαι χαζό;. Ο τρίτος μάγος είναι στη στροφή. Γι αυτό δεν φαίνεται.
Έτσι την αποστόμωσε για πάντα.
Τα χρόνια συνέχισαν το αέναο κυνηγητό τους, η μικρή μεγάλωσε, ο Σπύρος και η Κατίνα κρύφτηκαν στον ουρανό κι εκείνη, μεγάλη πια, σνομπάρει τις γιορτές και τα στολίσματα και τη σχεδόν νομοθετικά επιβεβλημένη χαρά αυτών των ημερών. Από την οικογένεια κράτησε τις ψεύτικες απαντήσεις. Και από τα Χριστούγεννα τον μάγο στην στροφή που δεν έχει φτάσει ακόμα.
Παίζει το Χριστούγεννα στο Ναύπλιο του και με τον Νικο Ξυδάκη
Είχε περάσει κι από μας ο Όθωνας. Δηλαδή από τον δεκάκις προπάππο μου περίπου που ήταν ταβερνιάρης. Κι ο παππούς ο Νίκος που ήταν ψυχόπονος τον κέρασε κρασί του έβαλε ένα πιάτο φαί και του είπε: κοίτα να δεις βασιλιά μου, πιες φάε και φύγε, από το δικό μας αίμα δεν παίρνεις ούτε χρήμα ούτε ψήφο. Έτσι φτάσαμε κι εμείς ως εδώ με μιαν αντιπάθεια στους χρυσοποίκιλτους θεσμούς κι από το δέντρο μας δεν πέσανε ποτέ οι μπάλες. Οι Βαυαροί ήταν άτσαλοι. Τα έχει γράψει αυτά η Ιστορία μας τα υπενθύμισε κι ο συμμαθητής μου εν Ναυπλίω Θοδωρής Γκόνης. Και τώρα θ ακούσουμε ένα τραγούδι σε… παγκόσμια πρώτη. Περιαυτολογούμε πάλι που λέει και ο Ινδιάνος αλλά τι να κάνουμε κύριε Γιώργη, μας εμπιστεύονται και μας δίνουν τη δουλειά τους, δεν έχει αργύρια αυτή η ιστορία. Πάμε ν’ ακούσουμε
Παίζει το Με λένε Νίκο με τον Παντελή Θεοχαρίδη
Το ωραιότατο  αυτό τραγούδι είναι σε μουσική Ηλία Λιούγκου και στίχους Λίνας Νικολακοπούλου. Το ερμήνευσε ο εξαιρετικός Παντελής Θεοχαρίδης. Το θέμα είναι όμως από πού προέρχεται. Λοιπόν προέρχεται από το ντοκιμαντέρ του Αντώνη Μποσκοΐτη ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΣΩΜΑΤΩΝ- ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟ και αποτελεί μεταφορά στον κινηματογράφο της βιογραφίας του σπουδαίου Έλληνα σκηνοθέτη που έγραψε ο Γιάννης Σολδάτος. Συμμετέχουν μεταξύ άλλων: Θόδωρος Αγγελόπουλος, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Αλέκος Φασιανός, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Παύλος Μάτεσις, Μένης Κουμανταρέας, Ντόρα Μπακοπούλου, Μαρίζα Κωχ, Πέτρος Φυσσούν, Ζαχαρίας Ρόχας κλπ. Τη μουσική έγραψε όπως είπαμε ο Ηλίας Λιούγκος. Η ταινία θα κάνει πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης Εικόνες 21ου αι. τον ερχόμενο Μάρτιο. Καλή επιτυχία Αντώνη, περιμένω βραβείο πάλι.
Ως εδώ γι’ απόψε, με το οργανικό κομμάτι που έγραψε ειδικά για την εκπομπή η Μαρία Παπαγεωργίου. Το Ιατρείον ασμάτων, ο φύλακας διάβολός σας, θα ξανανοίξει την επόμενη Τετάρτη ακριβώς τα μεσάνυχτα. Μείνετε συντονισμένοι στο Β΄ Πρόγραμμα. Εδώ η μουσική ακούγεται και – καμιά φορά-… ξεχνιέται και γιορτάζει κιόλας
!
Δηλαδή για ένα πείσμα απέναντι σ’ αυτόν τον κόσμο γίνεσαι τόσο ανεξερεύνητος; Δεν με πειράζει. Καθόλου. Οι ευανάγνωστοι άνθρωποι δε δημιουργούν προβλήματα. Κι εμείς ήρθαμε στη ζωή για ζημιές. Δικές μας ζημιές. Να σπάσουμε τα πρότυπα, να καταργήσουμε τα στοπ και τα υποχρεωτική πορεία εμπρός, να δημιουργήσουμε ένα παγκόσμιο τροχαίο που θα σημάνει και το τέλος αυτής της ζωής αυτού του κόσμου που μας στέρησε τον εαυτό μας από το πρώτο εκείνο κλάμα στο μαιευτήριο. Δεν ξέρω πώς θα τελειώσει ο κόσμος. Είδα το πολυσυζητημένο 2012 κι αντί να με τρομάξει με εκνεύρισε. Δε λέει κάτι που δεν ξέρουμε. Η καταστροφή του περιβάλλοντoς και τα μαγνητικά πεδία του σύμπαντος και κάτι άλλα επιστημονικά που δεν τα κατάλαβα θα γίνουν ο τάφος μας. Και βλέπεις για δύο ώρες ν’ ανοίγει η γη και να καταπίνει τα πάντα. Πόλεις ανθρώπους ηπείρους ολόκληρες, δε μένει τίποτα. Κι όλα αυτά σύμφωνα με τις προβλέψεις των Μάγια που οι σύγχρονοι επιστήμονες τις καλοβλέπουν τώρα ,δηλαδή αρχίζουν να σκέφτονται: ρε συ λες να…; Δεν ξέρω. Δεν μ’ άρεσε. Κανείς δεν ξέρει πώς θα τελειώσει ο κόσμος πώς θα τελειώσει και ο ίδιος. Αν με βάζατε να διαλέξω πώς θέλω να πεθάνω θα σας έλεγα αυθορμήτως: θέλω να πεθάνω στα γέλια. Καλησπέρα σας.
Ο καθένας ξέρει. Πού τον περιμένει η δύσκολη στιγμή. Είναι κάτι σαν φτερούγισμα στην καρδιά σαν ένα σήμα κινδύνου στον εγκέφαλο που σε ειδοποιεί ότι έρχεται μεγάλη μπόρα. Βάζεις την καπαρντίνα γιατί σιχαίνεσαι τις ομπρέλες, φοράς τα καλά σου από μέσα, παίρνεις μια μικρή βαλίτσα με τα απολύτως απαραίτητα ανοίγεις την πόρτα κι αφήνεις πίσω σου το σπίτι. Καμένο.

Μου αρέσει αυτό το Λάθος, το λάθος ξοδεμένοι. Ωραία, ξεκάθαρη διατύπωση, όχι για τους ηττημένους αλλά για εκείνους που πόθησαν το αδύνατο. Έχει διαφορά. Ότι λάθρα βιώνουμε είναι δεδομένο, το ξέρουν ως και τα παιδιά μας, το θέμα είναι πως η παράκρουση είναι των άλλων όχι η δική μας. Αν το σκεφτείτε, τις περισσότερες φορές μας ταράζει η ανισορροπία που βλέπουμε σ’ έναν άλλο άνθρωπο, σ’ ένα φίλο ή γνωστό μας, η αστάθεια στο περπάτημα άλλων ανθρώπων. Ναι ανακλαστικός φόβος σαν καθρέφτης. Αλλά και μέσα μας να καθόμαστε νομίζετε θα περνάγαμε καλύτερα;
Παίζει η Δημοσθένους Λέξις του και με τον Διονυση Σαββόπουλο
Αυτός ο Διονύσης Σαββόπουλος. Τι πήγα και θυμήθηκα τώρα ε; Ε, τι θυμήθηκα; Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια της ελληνικής δισκογραφίας. Θα τα μάθατε. Θα γιορτάσουμε τη δεκαετία του 1960 υπό την μπαγκέτα του Διονυσίου Σαββοπούλου που εν προκειμένω μου θυμίζει κάποιον που θέλει με τα πρώτα του να τιμήσει τα στερνά αλλά δυστυχώς μόνον ανάποδα πάει αυτή η μηχανή. Δεν έχω κανένα θέμα με τη δεκαετία, από τις σημαντικότερες του προηγούμενου αιώνα ήταν σε επίπεδο πολιτισμού, αλλά αυτή η φυγή προς τα πίσω με τρομάζει. Σαν να θέλει κανείς να ξεφύγει από τη ζωή στην οποία τελικά κατέληξε. Λέω-εγώ-τώρα.

Το θυμάστε; Ήταν ο πρώτος πόλεμος που είδαμε ζωντανά από την τηλεόραση και τα δελτία των καναλιών είχαν χτυπήσει κόκκινο στις μετρήσεις. Ο πόλεμος του Κόλπου, 1990-91, ναι, αυτός με τον κορμοράνο που αποδείχτηκε ψεύτικος και ο ίδιος πόλεμος από τον οποίο όσοι αμερικανοί στρατιώτες επέστρεψαν στα σπίτια τους είχαν σοβαρά προβλήματα υγείας. Έγιναν κουβέντες για ουσίες που έδιναν στους στρατιώτες ώστε να μην κουράζονται να σκοτώνουν, να μη νυστάζουν, να μην πεινάνε, όλα αυτά που η επιστημονική φαντασία στο σινεμά τα έπαιζε στα δάχτυλα από παλιά βρήκαν την εφαρμογή τους. 7-9 ο πόλεμος λοιπόν στα θλιμμένα καφενεία τις Παρασκευές αλλά και κάθε μέρα. Κι όπως πάντα ο Κραουνάκης τη χαριστική βολή την κρατάει για το τέλος. Εν προκειμένω το κομμάτι ξαφνικά από το όλον επιστρέφει στο άτομο,. Στη μονάδα, στον πόλεμο τον προσωπικό: όλοι μου λένε σήκω φεύγα μα εγώ έχω κι άλλα να σου πω.

Πολλές φορές το σκέφτομαι. Λέω στον εαυτό μου -και στον Γρηγόρη βέβαια- τι πας ρε παιδί μου νυχτιάτικα και αναστατώνεις τους ανθρώπους; Αντί να τους παρηγορήσεις, να τους δώσεις κουράγιο, να τους στρέψεις στη χαρά, εσύ πας εκεί μ’ όλο τον βαρύ οπλισμό της θλίψεώς σου και τους ξετινάζεις τη διάθεση. Μήπως ήρθεν η ώραν μας που λένε και οι συμπαθείς Κύπριοι να την κάνομεν σιγά σιγά; Τώρα άμα βάζεις θέματα στο τραπέζι και ο Γρηγόρης σωπαίνει τα πράγματα είναι άσχημα. -Τι με κοιτάς; του λέω, τοποθετήσου. Τι να κάνουμε; -που ρώταγε κι ο Λένιν. Με κοιτάει ο νοσοκόμος με ύφος χαίρε βάθος αμέτρητο και μου λέει: πιο εύκολα σε φαντάζομαι τσιρλίντερ στο Καραϊσκάκη. Την ώρα που τον δολοφονούσα πρόλαβε να πει: γιατρέ σύνελθε, κάνε τη δουλειά που ξέρεις να κάνεις κι άσε τις απορίες.. Κι έτσι του χάρισα τη ζωή αλλά έμεινα με την απορία: Τι είναι τσιρλίντερ;

Ένας αριστουργηματικός Καββαδίας για να συνέλθουμε. Όπως είδατε προηγουμένως η νοητική σύγχυσις νίκησε κατά κράτος και τον γιατρό και τον επαγγελματία παραγωγό ραδιοφώνου. Δεν θέλω μαγεία. Θέλω σουρεαλισμό απόψε, τι να γίνει;

Αν το τραγούδι είναι νεκρός αδελφός άσε δεν υπάρχει ελπίδα για φως. Μέσα από τα συντρίμμια μας ανασταινόμαστε, μέσα από τις φωτιές που βάζουμε ανεβαίνουμε στον ουρανό με σκάλες καπνού, μέσα στο σώμα μας ανεβοκατεβαίνουμε με ρυθμό αίματος μέχρι να μας βρει κάποιος και να θελήσει να μας δώσει άλλη μιαν ευκαιρία στην αναπνοή. Να μας μαζέψει κάποιος από τα πεζοδρόμια που κοιμόμαστε νύχτες των αστεριών και των αστέγων, ακούγονται πολυτέλειες οι ενοχές κι οι τύψεις απέναντι στους πραγματικούς αστέγους αλλά κι εμείς πραγματικοί είμαστε, απάτριδες και άστεγοι σε μιαν άλλη διάσταση φωτός, ρακένδυτοι όπως κι εκείνοι ενώπιον της προσωπικής μας αλήθειας.
Άντε κι ένα αισιόδοξο όπως κάθε αγάπη που μόλις άρχισε. Όχι όχι θα κρατηθώ δεν θα πω τον δολοφόνο σαν εκείνες τις παλιές τις ταξιθέτριες στα σινεμά που άμα δεν τους άρεσε το φιλοδώρημα έσκυβαν στο αυτί και μας ψιθύριζαν την κορύφωση της ταινίας. Δεν θα μιλήσω καθόλου. Θ’ αφήσω τους ανθρώπους να ακολουθήσουν το δρόμο των αισθημάτων τους, ε, κι άμα γυρίσουν ζωντανοί θα μας την πουν οι ίδιοι την ιστορία. Και τώρα μια πραγματική- για μένα τουλάχιστον- έκπληξη που πραγματοποιείται με χορηγό τον κ. Πάνο Μιχαήλ.

Παίζει το Όνειρο απατηλό με τη… Λένα Πλάτωνος

Δεν ήταν υπέροχο; Αν δεν σας αποζημίωσα με αυτό για όλη τη σκοτεινιά που κουβάλησα απόψε στο ιατρείο τότε δεν έχω γλυτωμό. Εγώ το βρήκα εξαιρετικό. Και με συγκίνησε πολύ το γεγονός ότι η Λένα Πλάτωνος επιλέγει και θέλει να τραγουδήσει αυτή την τεράστια επιτυχία της Ευτ. Παπαγιαννοπούλου και του Απόστολου Καλδάρα, με τον τρόπο τον δικό της και μ’ ένα πάθος στο οποίο δεν μας συνήθισε ποτέ. Εσείς οι Ιντερνετάκηδες μπείτε στ’ αρχεία της ΕΡΤ, θ’ ακούσετε και θα δείτε απίστευτα πράγματα από την εποχή που η κρατική τηλεόραση τιμούσε το ελληνικό τραγούδι με εκπομπές σαν του Γιώργου Παπαστεφάνου της Λιλάντας Λυκιαρδοπούλου, της Ρηνιώς Παπανικόλα. Ψάξτε το λίγο θα κερδίσετε πολλά -οι νεότεροι κυρίως.

Μείνετε συντονισμένοι στο Β΄ Πρόγραμμα. Εδώ η μουσική ακούγεται και -καμιά φορά- πονάει κιόλας
Αυτό για την Άννα την εν ουρανοίς που δεν ήταν βεβαίως η Καρένινα. Είτε μπακάλισσα τη φώναζαν είτε Βλαχογιάναινα -λες κι είμαστε Ρώσοι. Αλλά αυτά πια δεν έχουν πλέον καμιά σημασία για κανέναν πλην ενός Νίκου και μιας Στέλλας που κάθε χρόνο τέτοια μέρα ξυπνάνε μ’ έναν ασήκωτο ουρανό να τους βαραίνει το στήθος και μια σταγόνα αίμα που ρέει στο μάγουλο σαν δάκρυ που τρελάθηκε. Στην πόλη μας δεν φτάνει τρένο πια κι αυτό που είχαν βάλει τα τελευταία χρόνια νομίζω το σταμάτησαν ξανά στο Άργος. Κι όμως. Πόσα τρένα μαμά, πόσοι μουτζούρηδες μας πήγαιναν στην πόλη που έμελλε να μας χωρίσει για πάντα; Όποιος θυμάται φταίει; Άσε μας κάτω. Να φταίω θέλω.

Ώρες ώρες αισθάνομαι ότι η ζωή έχει μια δική της δικαιοσύνη που δεν θα καταλάβουμε ποτέ. Σου παίρνει κάτι σε τσακίζει κι ύστερα από χρόνια πολλά, εκεί που κοντεύεις -τάχα μου- να ξεχάσεις σου επιστρέφει αυτό που σου πήρε σε… βελτιωμένη εκδοχή. Με απλά λόγια, προσωπικά τη μέρα που πέρασε είχα να γιορτάσω δυο άλλες Άννες. Την παιδική μου φίλη από το Ναύπλιο που κάθεται εκεί και με περιμένει υπομονετικά ελπίζοντας πως κάποτε θα γυρίσω για πάντα και μιαν άλλη που γνώρισα πριν από 14 χρόνια και με πήρε από το χέρι, 40 χρονών φυτό εγώ, να μου διδάξει από την αρχή πώς κάνει κανείς τα πρώτα του βήματα, πώς λέει τις πρώτες του λεξούλες μέχρι να γίνει… άνθρωπος κανονικός και να μην τον λένε πια Στρέλλα. Κάποτε λέγαμε σχέσεις ζωής ή φιλίες και είχαν ένα εκτόπισμα αυτά τα λόγια. Σήμερα είναι σαν το υδρογόνο για τα ιπτάμενα σκυλιά Δαλματίας σε μπαλόνι για τα μικρά παιδιά που αργά αργά ξεφουσκώνουν και χάνονται. Οπότε δε λέμε τίποτα, δεν χαρακτηρίζουμε, μένουμε κοντά και αγαπάμε και στηρίζουμε και ευλογούμε τους θεούς που δεν μας παράτησαν εντελώς. Πέραν των όσων φέρουν αυτό το όνομα επιτρέψτε μου αφιερώσω το κομμάτι στο συνάδελφο από τα Ιωάννινα κ. Αλέξη Λιόλη με τον οποίο είχαμε μια σχετική συζήτηση αυτές τις μέρες.

Παίζει το Χαμός από αγάπη με τη Μαρία Φαραντούρη
Κατάλαβες γιατί ορισμένα τραγούδια δεν πεθαίνουν ποτέ Γρηγόρη; Πόσο μετράει αυτό; 30 χρόνια; 35; Αν ήταν άνθρωπος θα είχε τώρα παιδιά και θα κινδύνευε και από τη γρίπη των χοίρων. Ενώ τώρα δεν κινδυνεύει από τίποτε. Όσο υπάρχουν άνθρωποι θα υπάρχει κι αυτό για να δείχνει ένα τόσο δα κομματάκι από το ψηφιδωτό του μεγαλείου τους. Κι αν το έχεις παρατηρήσει και στα βιβλία που διαβάζουμε και στις ταινίες που βλέπουμε τα πιο σημαντικά πράγματα είναι απλά. Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους. Είδες μ’ ένα Λόρκα κι ένα Μίκη πόσο εύκολα έστριψα από το προηγούμενο πένθος;

Αν φορέσω τη φανέλα σου θα την πάρεις πίσω κόκκινη κι αν προσπαθήσεις να μπεις στα παπούτσια μου θα σε πετάξουν έξω όλοι οι δρόμοι που περπάτησα μόνη μου. Γι αυτό ας μείνει ο καθένας στα ρούχα του, σ αυτά που ξέρει ή συνήθισε να γνωρίζει, σ’ εκείνα που ανιχνεύονται εύκολα όταν θες να πάς γρήγορα παρακάτω. Αλλιώς θ’ αρχίσουν οι βαθύτερες συνδέσεις, τα ουσιαστικότερα αισθήματα κι άλλο ένα δράμα θα στηθεί στο σανίδι της καρδιάς μας. Γιατί ντε και καλά δράμα; Ε, όσοι ανέβασαν κωμωδία πήγαν νωρίτερα στα δικαστήρια για την επιμέλεια των παιδιών.

Καιρό είχαμε να παίξουμε Μαρία Βουμβάκη. Ξέρετε το μουσικό ραδιόφωνο ως, ας το πούμε, επάγγελμα είναι μια διαρκής ανακάλυψη αν δεν θες βεβαίως να παίζεις τα ίδια και ίδια. Είναι τόσο πολλά τα τραγούδια που μπορείς να διαλέξεις, τα τραγούδια τα δικά μας λέω όχι το οι παντρεμένοι δε γιορτάζουνε ποτέ, είναι τόσο πολλά που προσωπικά κάθε Τετάρτη καθώς ψάχνομαι όλο και κάτι ξεχασμένο βρίσκω και μετά που τελειώνει η εκπομπή νευριάζω που δεν θυμήθηκα κι αυτό κι εκείνο και το παράλλο. Δεν σας κόφτει εσάς τον πόνο μου λέω. Επιτρέπεται;

Η κλασική Τσιμεντούπολη εκσυγχρονισμένη σε μια πιο τζαζ ατμόσφαιρα από τον Βασίλη Ρακόπουλο. Προσωπικά προτιμώ την πρώτη της εκτέλεση την κλασική αλλά επειδή εσείς οι νεότεροι είστε πιο ανοιχτόμυαλοι σκέφτηκα ότι μπορεί να σας αρέσει έτσι. Ούτως ή άλλως σ’ αυτό το τραγούδι όπως και στα περισσότερα της Αρλέτας η ερμηνεία και οι στίχοι είναι το ψωμί. Ε, όποιος πεινούσε βρήκε και πάλι να χορτάσει νομίζω.

Παίζει το Άνοιξε άνοιξε με την Αργυρώ Καπαρού

Άλλη μια πειραγμένη ενορχήστρωση, ο Γιώργος Ζαχαρίου είναι υπεύθυνος εδώ, αλλά εμένα μου αρέσει πολύ ο τρόπος το λέει η κυρία Αργυρώ Καπαρού. Χωρίς το μεράκι των παλιών πρώτων εκτελέσεων και χωρίς το αίμα της Φλέρυς Νταντωνάκη στα Λειτουργικά. Το ερμηνεύει με μια νέα αθωότητα θα έλεγα, χωρίς περιττό πάθος χωρίς στεγνή επίδειξη φωνητικών δυνατοτήτων. Ναι η απλότητα είναι πάλι που καθαρίζει. Τώρα όσοι είστε από τους χρόνιους ασθενείς του Ιατρείου και ξέρετε τι παίζουμε και που παιζόμαστε παρακαλώ βαθειά εισπνοή εκπνοή, χαλαρά στην πολυθρόνα ,ε και λίγο αλκοόλ δεν θα έβλαπτε. Για πάμε να ακούσουμε προς τι όλα αυτά.

Παίζει το Μεγάλωσα μετην Χάρι Αλεξίου

Αυτό το τραγούδι θα μας πάρει χρόνο πολύ για να έρθουμε σε διάλογο μαζί του. Είναι σαφέστατα και μακράν το καλύτερο τραγούδι από τον τελευταίο δίσκο της Χάριτος Αλεξίου -μη σας πω κιόλας πως αυτό το κομμάτι είναι και όλος ο δίσκος. Αυτή είναι η πλήρης του εκδοχή. Στο τέλος υπάρχει και μισό με την ένδειξη ότι είναι η κατάλληλη για ραδιοφωνική μετάδοση! Πολλοί καλλιτέχνες το κάνουν αυτό εδώ και χρόνια και γίνομαι Τούρκος. Θα μου πεις προσπαθούν να εξασφαλίσουν τη ραδιοφωνική του μετάδοση. Όχι δεν θα στο πω. Όποιος φοβάται να μεταδώσει ένα τραγούδι διάρκειας σχεδόν 7 λεπτών τότε ή το τραγούδι είναι για πέταμα ή ο ίδιος είναι εγκιβωτισμένος στα στερεότυπα που θέλουν τα τραγούδια τρία άντε τέσσερα λεπτά. Αν φοβάσαι πως θα χάσεις τον ακροατή σου, φροντίζεις να τον έχεις συναισθηματικά δεσμευμένο με τα πριν και τα μετά μιας τέτοιας περίπτωσης τραγουδιού. Θα επανέλθουμε πολλές φορές όμως γιατί το κομμάτι αυτό έχει και πολλές αναγνώσεις και σηματοδοτεί κάτι που λίγοι τραγουδιστές τολμούν. Θα τα πούμε πάλι σύντομα
Ε όχι και λαδομπογιά -στην καρδιά- καλή μου. Και μυρίζει και γυαλίζει. Μια ριπολίνη καλύτερα; Ένα πλαστικό; Μ αρέσει έτσι, να σου λένε: το μυαλό σου μην το καις έχοντας καλά κρυμμένα τα σπίρτα στην τσέπη τους. Ήθελα εγώ να το κάψω; Πες έγινε βραχυκύκλωμα και άρπαξα. Πες έβαλα σαν παιδί το δάχτυλο στην πρίζα και με πέταξε σε άλλη ζωή. Ατύχημα; Μπα… δυστύχημα. Γιατί καθώς φάνηκε δεν επανήλθα.

Παίζεται το Μη με κλειδώνεις του και με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη

Είναι η δεύτερη φορά που μεταδίδω το κομμάτι αυτό από τον τελευταίο δίσκο του Αλκίνοου Ιωαννίδη και δεν εχω καταφέρει να ερθω σε διάλογο μαζί του. Χρόνια, πάρα πολλά χρόνια είχε να με νικήσει έτσι ένα τραγούδι
Κίτρινα λόγια με σινιέ ξεφτίλα, Εδώ ακριβώς είμαστε. Μόνο που πλέον δεν πουλάει αποκλειστικά η μοναξιά χιλιάδες φύλλα. Εξίσου ή και περισσότερο πουλάει η αποδεδειγμένη ή η στημένη διαφθορά, τα σκάνδαλα της προσωπικής ζωής γνωστών ατόμων, οι πολιτικές ίντριγκες όταν εχουμε εκλογές- εθνικές ή κομματικές. Και πιο πολύ από όλα πουλάει χιλιάδες φύλλα το cd το DVD το βιβλίο-πατάτα που προσφέρουν απλόχερα οι εφημερίδες για να δουν αριθμούς που δεν θα τους στείλουν στο οξυγόνο. Τι κάνεις; Είχα ρωτήσει μια φορά στο τηλέφωνο τη συχωρεμένη Βίκυ Βανίτα. Ψωνίζω και ντύνομαι από τα περιοδικά απάντησε με τον πικρό σαρκασμό της. Ήταν ακόμα η εποχή που πρωτοπορούσαν τα γυναικεία κυρίως περιοδικά και έδιναν δώρο από σαγιονάρα μέχρι σινιέ τσάντα και από ακυκλοφόρητο άρωμα σε δείγμα μέχρι φουλάρι για τις κρύες νύχτες κάθε εποχής. Συνεχίζουν να κάνουν το ίδιο αλλά ο μεγάλος τζόγος γίνεται με τις εφημερίδες κάθε Κυριακή. Κάποτε παίρναμε μιαν εφημερίδα για να διαβάσουμε το Γιώργο Βότση, σήμερα την παρακολουθούμε άναυδοι ν’ απευθύνεται στον κ. Χρυσοχοΐδη και να του λέει φτύνεις επάνω φτύνεις τα μούτρα σου φτύνεις κάτω φτύνεις τους όρχεις σου –διατυπωμένο όχι στην καθαρεύουσα βεβαίως. Πόσο πιο κάτω έχει; Πολύυυυ, πάρα πολύυυυυυυ. Δέστε τις ζώνες σας ανάψτε τσιγάρο και κάντε καμιά προσευχή στους θεούς όταν θ’ αρχίσουν οι μεγάλες αναταράξεις. Κατά τα άλλα… καλησπέρα σας.

Πάντως κι εγώ θα ήθελα να πω μερικές κουβέντες στον εν λόγω υπουργό, κι επειδή τα γαλλικά  μου δεν είναι επαρκή, λέω να μιλήσω στην έρμη τη μητρική μας γλώσσα. Που θα πάει αυτή η ιστορία κ. υπουργέ; Κυκλοφορείς στο κέντρο της Αθήνας (αλλά και σε πολλές συνοικίες) και κοντεύουν να είναι περισσότεροι οι αστυνομικοί από τους περαστικούς. Υποθέτω για την ασφάλειά μας το κάνετε αλλά σας βεβαιώνω ότι ως πολίτης καμιά μα καμιά ασφάλεια δεν νιώθω περπατώντας με όλους τους ένστολους γύρω μου. Σα να ‘μαι στη Βηρυτό νιώθω, κάτι σε Αφγανιστάν, Αθήνα πάντως όχι. Πιάσατε τη 17 Νοέμβρη ενδεχομένως τώρα να κυνηγάτε τη 18 αλλά δεν είναι εικόνα πρωτεύουσας μη τριτοκοσμικού κράτους αυτή. Από τη μία η Ομόνοια που ανήκει πλέον στα κατεχόμενα από τους μετανάστες -με τους οποίους ασφαλώς και δεν έχω τίποτα αλλά δε γίνεται να στεγάζονται αγεληδόν στους δρόμους-, από την άλλη όλη η διαδρομή μέχρι το Σύνταγμα από τους κεντρικούς δρόμους γεμάτοι οπλοφορούντες αστυνομικούς δεν συνιστούν τους καλύτερους αγωγούς ασφάλειας για τους πολίτες. Μήπως να το ξανασκεφτείτε λίγο το θέμα;
Είδατε πόσο συγκοινωνούντα δοχεία είναι τα πράγματα στη ζωή; Ορίστε πέρασε και στους ερωτικούς στιχουργούς το φονικό ένστικτο. Τι μας είπε τώρα η Άλκηστις Πρωτοψάλτη; Σημάδεψε και ρίξε στο κεφάλι, κι αυτό διηγούμενη την ιστορία ενός ζευγαριού που μάλλον οδεύει στο: καλύτερα να μείνουμε δυο φίλοι. Το κανιβαλίζω συνειδητά το θέμα γιατί ήδη μπήκαμε στον Δεκέμβριο των σκοτωμών. Σαν και πριν από λίγη ώρα στις 2 του Δεκέμβρη σκοτώθηκε σε ατύχημα ο 31χρονος και πάρα πολλά υποσχόμενος ηθοποιός Κωνσταντίνος Παπαχρόνης και λίγες μέρες μετά δολοφονήθηκε από αστυνομικό ο 15χρονος Αλέξης Γρηγορόπουλος. Τις συνέπειες αυτού του φονικού τις θυμάστε. Για έναν μήνα σχεδόν η Αθήνα  μετατράπηκε σε πεδίο πολέμου, φωτιές, ληστείες, έκτροπα πάσης φύσεως. Δεν θα το προχωρήσω πιο βαθιά το θέμα έχει πολλά επίπεδα και αναγνώσεις αλλά θα επανέλθω στο αρχικό μου αίτημα: αφού ντε και καλά πρέπει να αστυνομευόμαστε μήπως να γίνεται λίγο πιο διακριτικά; Ή να το πάρουμε απόφαση ότι ζούμε στην αγαπημένη μου Γκάνα;

Ποιος είπε ότι δεν εχουμε ωραία τραγούδια, υπέροχες φωνές; Κάποιος βαρήκοος φαντάζομαι. Μ’ έχει πιάσει απόψε το πολιτικό μου. Πριν μπούμε πάλι στα ιατρικά τρώγομαι να σχολιάσω κάτι ακόμα. Τι ήταν ρε παιδί μου αυτή η Κυριακή που πέρασε: Όχι δεν λέω για το πένθος των πρασίνων από το 2-0, για το άλλο το απίστευτο. Από το Ξεκάθαρα Ντόρα, το Τώρα Ντόρα, και το Ντόρα Ντόρα Ντόρα που έλεγε και μια γιαπωνέζικη ταινία χωρίς το Νι μπροστά, πώς ξεπετάχτηκε ένας Αντώνης; ΑΝ μιλάμε για ανατροπή. Δεν ξέρω πώς τα πήγαν τα γραφεία στοιχημάτων αλλά τα κοινά μυαλά μάλλον τινάχτηκαν στον αέρα. Προσωπικά δεν με κόφτει, ως παρατηρητής μιλάω. Α και ως πολίτης που βλέπει τη δεξιά να ξαναπαίρνει το προϊστορικό της πρόσωπο. Ω παίδες, ευλογείτε.

Παίζει το Με σημάδεψες με την Αρλέτα

Εξαιρετικά το είχε πει το κομμάτι σε πρώτη εκτέλεση πριν από αρκετά χρόνια ο Πέτρος Γαϊτάνος αλλά γιατί τώρα που το ακούω από την ίδια τη δημιουργό του με ματώνει πιο πολύ; Είναι η σχεδόν ιερόσυλη ησυχία με την οποία αφηγείται μια τόσο προσωπική μετωπική σύγκρουση η Αρλέτα που με αναστατώνει έτσι; Δεν ξέρω. Πάντως η αλήθεια βρίσκεται εκεί, όποια ερμηνεια του κομματιού κι αν διαλέξει κανείς: Όλα τα άλλα ήταν κομμάτια από σένανε. Έκτοτε τις νύχτες μπαίνεις στα όνειρά μου και βγαίνω εγώ, πάνω από 20 χρόνια τώρα, περιφέρομαι σε όνειρα άλλων γιατί δεν αντέχω το δικό μου, ξαγρυπνώ πάνω από φωλιές πουλιών ακούγοντας το νανούρισμα της μάνας στα παιδάκια που έχει κάτω από τα φτερά της. Σπίτι γυρνάω το πρωί, όταν έρθει το φως όταν ξημερώσει και αλλάζω κάθε μέρα σεντόνια λες και πρόκειται ένα ατσαλάκωτο ύφασμα να με γλιτώσει από το δικό μου τσάκισμα.
Ήταν το ποίημα του Κων/νου Καβάφη Μακριά σε πρώτη μετάδοση από το Β΄ Πρόγραμμα και το Ιατρείον ασμάτων. Προέρχεται από ένα cd αφιερωμένο στον Αλεξανδρινό ποιητή που θα κυκλοφορήσει λίαν συντόμως με την Οδό Πανός του Γιώργου Χρονά. Η επιμέλεια του δίσκου έγινε από τον Αντώνη Μποσκοΐτη ο οποίος και μας παραχώρησε αυτό το δείγμα. Η μουσική είναι του Μιχάλη Τρανουδάκη (τον θυμάστε; Ωραίος συνθέτης από το 1980 που χάθηκε κι αυτός κάπου στο δρόμο) και η ερμηνεία του Παντελή Θεοχαρίδη που θεωρώ απαράδεκτο η παρουσία του στη δισκογραφία να έγκειται σε συμμετοχές. Να μείνουμε όμως στην …περιοχή Καβάφη.
Έτσι σκιαγράφησε με λόγια τον μεγάλο ποιητή ο Ηλίας Κατσούλης λίγο πριν μας αποχαιρετήσει. Τα υπόλοιπα τα ανέλαβαν ο Νότης Μαυρουδής ατη μελοποίηση και ο Σταμάτης Κραουνάκης στην ερμηνεία, το ωραίο αποτέλεσμα μόλις το ακούσαμε. Δεν το λέω με σιγουριά, το σκέφτομαι καιρό όμως. Έχω την εντύπωση ότι ο Κ. Καβάφης είναι ο πλέον μελοποιημένος ποιητής τελικά. Είναι μεγάλη η αναμέτρηση για τους μελοποιούς του κι εχουμε ακούσει και τέρατα είναι η αλήθεια, αλλά προσωπικά θεωρώ άξιο λόγου ακόμα και το ν’ αποτυγχάνεις να περικλείσεις στη δική σου τέχνη ένα τέτοιο ανάστημα.

Παίζει το Όταν σου λέω πορτοκάλι με τους αδελφούς Κατσιμίχα

Αυτό δεν είναι τραγούδι παιδί μου, θρίλερ είναι. Κι όμως πόσο οικείο! Το πατρικό πουλήθηκε ως τελευταία πράξη εξορκισμού μιας ανομολόγητης οικογενειακής κατάρας, υπάρχει όμως ο καθρέφτης. Τον έχει ο αδελφός μου αλλά πρόκειται να μου τον φέρει, ισχυρίζεται πως δεν χωράει αλλά ξέρω καλά από ποιους ίσκιους θέλει να απαλλαγεί. Εγώ πάλι τον περιμένω πώς και τι. Μολονότι ξέρω ότι θα με στοιχειώσει. Δεν ξέρω. Πεθύμησα να δω λίγο τη μάνα μου και το ξανθό μουστάκι στο κάτασπρο κεφάλι του πατέρα.