Χαθήκαμε λίγο. Κάτι μια αδιαθεσία δική μου κάτι μια παράλυση όλης της χώρας ούτε το νοίκι του δε θα βγάλει το Ιατρείο αυτό το μήνα. Έγινε τίποτα σοβαρό όσο έλειπα; Όλα καλά; Αποφάσισα να μην αφήσω κανέναν να με τρελάνει. Το κάνω και μόνη μου αν χρειαστεί. Δε μπορώ να ζήσω με τόσα ανεπίλυτα ερωτήματα: Θα ζήσω μέχρι τη σύνταξη; Κι αν θα ζήσω θα πάρω σύνταξη; Κι αν συμβούν και τα δυο, δηλαδή και ζήσω και πάρω σύνταξη, θα μου φτάνει να πληρώνω το νοίκι για το χαρτόνι στο οποίο θα κοιμάμαι στη Σταδίου και για κάνα τσιγαράκι από το περίπτερο; Μην το παίρνετε αστεία. Έρχονται αυτά. Και ευτυχώς, προσωπικά. απέφυγα να διαιωνίσω και το δικό μου είδος και το ανθρώπινο γενικότερα. Όσοι έχετε εκείνα τα μικρά ανθρωπάκια που σκουντουφλάν σήμερα στα έπιπλα πώς έχετε ανάσα στη σκέψη πως, αν τα αφήσουν να μεγαλώσουν, θα σκουντουφλάνε από την πείνα το αλκοόλ ή τη τρέλα; Υπερβάλω; Λαϊκίζω; Κιτρινίζω; Ό,τι πει ο λαός. Σταματάω. Δυο λέξεις μόνο: Τρεις νεκροί. Τρεις…. νεκροί.  Καλό βράδυ να έχουμε οι ζωντανοί.
Παίζει το Ποιος τη ζωή μου με τους αδελφούς Κατσιμίχα
Που να ξέρω εγώ κύριε ποιος κυνηγάει τη ζωή σας; Μη με μπλέκετε με κομμουνιστικά. Έχω χρέη. Δεν έχω εγώ τη ζωή σας. Εσείς την είχατε και μάλλον κάπου την ξεχάσατε ή…. σας παράπεσε. Ααααα! Δεν μας φτάνουν τα προβλήματα μας έχουμε και τα δίδυμα με τις απορίες τους: Τρεις νεκροί;
Παίζει η Παράγκα με τον Διονύση Σαββόπουλο

1963-64-65 Μόνες αλλαγές; Οι φυλλάδες κάνουν μέχρι και 3 ευρώ, ένα χιλιάρικο δηλαδή στην τότε γλώσσα και ο χαφιές δεν μας ακολουθεί, μας παρακολουθεί: από κάμερες, από στοιχεία που δίνουμε αθώα στο διαδίκτυο, από δορυφόρους που με ατέλειωτα ζουμ μπορούν να σε φωτογραφίσουν ακόμα κι εκεί που μέχρι κι ο βασιλιάς πάει μόνος του. Ατέλειωτη παράγκα. Νεκροί τρεις.

Αν ήμουν αστρολόγος θα έλεγα πως εδώ έχουμε μιαν από τις ευτυχέστερες συναστρίες. Προσέξτε σύνθεση ομάδας: Στίχοι Νίκος Γκάτσος, μουσική Μάνος Χατζιδάκις, ερμηνεία Μίκης Θεοδωράκης. Το κομμάτι λέγεται Ελλαδογραφία κι είναι η ιστορία μας έστω και μέσα από την επικέντρωση του θέματος στην πόλη των Αθηνών. Στα σχολεία τα βάζουν άραγε καμιά φορά αυτά τα τραγούδια στο μάθημα της ιστορίας ή τη διδάσκουν έτσι ξερά, όπως στα χρόνια μου, και ζορίζουν τα μικρά με ημερομηνίες ονόματα και μάχες και ουσίας μηδέν εις το πηλίκον; Ναι: τρεις οι νεκροί.
Για τα δάκρυα των πραγμάτων δεν γνωρίζω. Τα δάκρυα των ανθρώπων  πάντως έρχονται πάντοτε αργά.. Προηγούνται οι συμβιβασμοί οι ταπεινώσεις, οι εκποιήσεις οι αλλοτριώσεις, έτσι που και με τον άνθρωπό σου γίνεσαι εχθρός και με τον εαυτό σου ξένος. Οι νεκροί τρεις.
Ο Παβλόφ φταίει χρυσή μου που βάφτισε τα εξαρτημένα αντανακλαστικά μας ή μήπως τα έρμα τα σκυλιά που τα κάνουν πείραμα για να δουν πού είμαστε ελαττωματικοί εμείς; Γεια σου Δανάη Παναγιωτοπούλου που έφερες άλλη μια κόρη στο φλεγόμενο κόσμο μας. Πολύ θα ήθελα να κληρονομήσει την ήρεμη δύναμη του Γιώργου κι από σένα αυτό το μαγικό τον σχεδόν υπερφυσικό τρόπο να διηγείσαι τα πιο σκληρά πράγματα με τρυφερότητα σχεδόν. Κι εύχομαι όταν μεγαλώσει να μη χρειαστεί ποτέ, σε καιρούς ειρήνης και δημοκρατίας ,να αρθρώσει: Ναι, τρεις οι νεκροί.
Και είπεν ο αρχάγγελος: Νεκροί τρεις.
Είναι αλήθεια. Αυτό το στόμα δεν φιμώθηκε ποτέ. Μπορεί πολλές φορές να μας έκανε τα νεύρα νερό και τη δύναμη λύπη με τις παρεμβάσεις του αλλά του το οφείλουμε του Μίκη. Είναι ο μόνος πνευματικός άρχων που παίρνει θέση. Από κει και πέρα… Η μαύρη σιωπή των αχαμνών, ευπώλητων και μη, και οι νεκροί τρεις.
Παίζει η Αλίκη με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου
Να που ο Β. Παπακωνσταντίνου άμα θέλει μπορεί να φωνάζει και να ουρλιάζει αλλά όχι επί ματαίω. Επί αίματος. Τέλος πάντων. Κραυγή από τη δεκαετία του 1980 που είχε και έχει μέλλοντα διαρκείας. Δυο τομείς διώχνουν κόσμο τα τελευταία χρόνια και θα διώχνουν όλο και περισσότερο από εδώ και πέρα: Οι επιχειρήσεις -που απολύουν- και οι ψυχίατροι -που δεν προλαβαίνουν. Τρεις νεκροί.
Θα ήθελα να κλείσουμε την αποψινή μας επικοινωνία μ ένα μικρό ελάχιστο αφιέρωμα στο Νίκο Γκάτσο ο οποίος σαν πριν μια ώρα, χτες Τετάρτη δηλαδή και πριν από 18 χρόνια βγήκε για πάντα στου ονείρου τα μπαλκόνια.
Ξέρω τι σκέπτεστε. Κι ας πούμε κυρά μου ότι ζούσε ο Νίκος Γκάτσος σήμερα, θα ήταν λες με πανό στη Σταδίου; Όχι, σε καμιά περίπτωση. Στο GB θα ήταν ως συνήθως και θα περίμενε το Μάνο Χατζιδάκι (παρένθεση: άλλος που θεωρώ ότι θα είχε τοποθετηθεί δημόσια σε τέτοιες καταστάσεις), θα έπινε το ουισκάκι του, θα κοιτούσε τον κόσμο όσο μπορούσε πίσω από τις πλάτες των ΜΑΤ, και με το σκυθρωπό του βλέμμα θα έλεγε στο φίλο του: Τα έμαθες: Τρεις νεκροί.
Όχι δεν τον αθωώνω. Αλλά ναι τον ξεχωρίζω. Δεν χρειάζεται να απαριθμήσω πόση ματωμένη Ελλάδα έβαλε στα χείλη όλων μας επί δεκαετίες, πόσο πολιτικός υπήρξε πέρα και πάνω από το λυρικό του προσωπείο. Τα ξέρετε. Πιστεύω πως υπάρχουν άνθρωποι που τους αθωώνει τόσο πολύ το έργο τους ώστε το μόνο το οποίο έχουν να κάνουν είναι να κοιτάζουν με απέραντη θλίψη τις προφητείες τους να επαληθεύονται στους δρόμους και στην κανονική ζωή. Δεν είναι πολλοί ανά τους αιώνες. Ένας τους ο Νίκος Γκάτσος. Νυν και αεί.
Ως εδώ γι’ απόψε. 
Μείνετε συντονισμένοι στο Β΄ Πρόγραμμα.
Εδώ η μουσική ακούγεται και καμιά φορά αιμορραγεί κιόλας
Advertisements