Α δεν θέλω ξενέρωτα πράγματα. Με την Κυριακή συμφωνούμε απόλυτα. Έτσι κι αλλιώς είναι η μέρα των οικογενειακών μας θανάτων. Αλλά τι είναι όλα τα άλλα; Τι εξωφρενικές μετριότητες είναι αυτές; Να με πάρει ο ύπνος στο τιμόνι και θα σκοτωθώ στο ψιλόβροχο; Με καμία Παναγία. Εγώ θέλω έξω φωνή ως το τέλος. Αν είναι να έρθει σε ώρα που οδηγώ -όπως κακή ώρα μου ήρθε πέρσι το ισχαιμικό στο κεφάλι- τότε θέλω μεγαλεία. Μια μετωπική με νταλίκα. Να περάσει από πάνω μου το τρένο καθώς θα διασχίζω παρανόμως την Κωνσταντινουπόλεως. Να μην έχω ανάψει τη μεγάλη σκάλα σ’ εκείνη την απαίσια στροφή μετά τη Βάρκιζα να το πάω όλο ευθεία και να πέσω με 140 στο Σαρωνικό. Μεγαλείο θέλω. Όχι να φύγω από τη γλίτσα της Αμφιθέας. Ξέρω ξέρω κοντεύει η ώρα ν’ αρχίσουν οι μηνύσεις εναντίον μου από όλους τους ποιητές τους στιχουργούς και τους μουσικούς που τους πετσοκόβω εδώ στα μέτρα μου τα οποία κάθε Τετάρτη είναι και διαφορετικά. Μέχρι ν αρχίσουν οι νομικές κυρώσεις το περνάω ντούκου και άντε παιδιά εμείς τη δουλειά μας εδώ. Καλησπέρα σας.

Ενός τσιγάρου διαδρομή από φαράγγι σε κορμί. Για να φτάσει να κλείσει η αρτηρία στο 95% φαντάσου πόσα φαράγγια πόσα κορμιά πόσα τσιγάρα. Το του έρωτα μέγα κακό εν προκειμένω είναι ότι εγώ έκανα μόνο τα τσιγάρα, όλα τα άλλα τα έκανες εσύ. Εξ ου κι οι εντατικές και οι ανατάξεις ενόσω εσύ από μια παλιά ζωή συνέχιζες να καταστρέφεις τα συναισθήματα των ανθρώπων. Η ειρωνεία της ζωής. Άλλος πίνει άλλος πληρώνει για να το πω κομψά. Που βέβαια τους ενώνει ένας απίστευτος γκρεμός, τι να κάνουμε; Κάπου σε πήρε το μάτι μου τις προάλλες εκεί στις τηλεοράσεις και στα αιμομικτικά κανάλια τους. Σοκαρίστηκα. Γέρασες. Και φαίνεται. Μόνο το γέλιο μου φάνηκε ακόμα ίδιο. Ως προς το σχέδιο δηλαδή. Γιατί όταν άκουσα τον ήχο του κατάλαβα πόσοι πνιγμένοι λυγμοί το σχηματίζουν πια.

Τι ωραίες ψευδαισθήσεις! Τι ανόητοι και ασεβείς πόθοι. Από αλλού ήρθε η αγάπη και άλλος σου άναψε φωτά να ζεσταθείς. Το πρόσωπο που επικαλείσαι πέθανε μαζί με τα καλντερίμια, το πέταξε κι αυτό ο χρόνος έξω από τη διαδρομή σου. Τυπικά ζει αλλά δεν θα καταδεχόταν να σου στείλει ούτε ένα δάκρυ. Σε φοβάται. Πάντα σε φοβόταν γιατί ένιωθε ότι είσαι μοίρα. Τη νύχτα που σήκωσαν το σώμα σου από τα καλντερίμια όπου είχες τσακιστεί κάποιος σου χτύπησε φιλικά την πλάτη και σου ψιθύρισε: Έλα μην κάνεις έτσι. Θα ξαναγαπήσεις. Το ξέρω του είπα και θα είμαι και καλύτερα. Αλλά ένας είναι πάντα εκείνος που σε κάνει κομμάτια μια για πάντα. Αφήστε με τώρα κύριε να πάω να τον κηδέψω.

Δεν θα έρθει καλέ μου. Δεν θα έρθει. Αν επρόκειτο… θα ήταν ήδη εκεί. Μάθε λοιπόν κάθε χρόνο στα γενέθλιά σου να βάζεις στην τούρτα πάντα ένα κεράκι παραπάνω από τα χρόνια σου για εκείνη την αγάπη που δεν. Σε άλλα σώματα θα βρεις να κρυφτείς, σε άλλα πρόσωπα θα καθρεφτίσεις τη λύπη σου σε άλλες ζωές θα διαχέεσαι με ό,τι καλύτερο έχεις να δώσεις. Ειλικρινής και ψεύτης ταυτόχρονα. Όπως όλοι. Αφοσιωμένος και φευγάτος την ίδια στιγμή. Όπως όλοι. Με το αγκάθι κρυμμένο στα μαλλιά για να ρωτάνε όλοι πού οφείλεται αυτή η σταθερή λεπτή λωρίδα αίματος που κόβει το πρόσωπό σου στα δύο. Κι εσύ θα λες: το αίμα είναι του Χριστού. Εγώ, είμαι ο Ιούδας.
Υπάρχει ξέρετε και η ατομική ευθύνη κύριε Αγγελάκα. Τι ποιος φταίει και ποιος κλαίει; Εσείς κλαίτε, μαζί κι εμείς, κι εσείς επίσης φταίτε όπως το ίδιο κι εμείς. Από μια  ηλικία και μετά οι γονείς οι δάσκαλοι ο παπάς της ενορίας και οι διακόσιες θείες που μας έπρηξαν απαλλάσσονται των καθηκόντων τους ως υπεύθυνοι του τι γίναμε και μας κάνουν γονική παροχή πάσα ευθύνη και τιμωρία. Θα μου πεις ποιος μας έπλασε έτσι και γίναμε τέτοιο ζυμάρι κι όχι από το άλλο το πολυτελείας. Γιατί εμείς βγήκαμε φραντζολάκια για σάντουιτς και όχι κρουασάν σοκολάτα;. Ε τώρα έχει χαθεί κι ο Φρόυντ δεν τον βρίσκω ούτε στο τηλέφωνο τελευταία. μην το παιδεύετε. Γίναμε αυτό που μας σχεδίασαν που μας έπλασαν να γίνουμε κι όσοι ψάξαμε νωρίς οδό διαφυγής από τα προκατασκευασμένα γίναμε ό,τι μπορέσαμε από μόνοι μας. Ό,τι μπορέσαμε ή ό,τι αντέξαμε. Αν πάλι αναφέρεστε στο σύστημα που ξωπεταχτήκαμε να ζήσουμε δεν έχω καλά νέα Είμαστε μέρος του. Μπορεί να είμαστε η τελευταία λασκαρισμένη βιδούλα στην τεράστια αμαξοστοιχία του αλλά εφαπτόμεθα, μας ακουμπάει και το ακουμπάμε. Άλλοτε ως άνθρωποι και άλλοτε σαν κανονικές βίδες. Ποιος κερατάς εφηύρε τον μαγνήτη, ε;

Αυτά είπε η Κατερίνα και εκοιμηθηκε έναν ύπνο από εδώ έως την αιωνιότητα. Μείνανε πίσω της οι Μαρίες αυτού του κόσμου που την πίστεψαν και τα έχουν χαμένα. Θα έρθει καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονείς; Κακά μαντάτα σου ‘χω Κατερινάκι. Ήρθε ο καιρός που οι γονείς πάνε στον γενετιστή πως τον λένε, και παραγγέλνουν: το θέλουμε αγόρι ξανθό με γκρι μάτια χέρια πιανίστα και με το δείκτη νοημοσύνης του Αϊνστάιν. Και η επιστήμη τους το… φτιάχνει. Αχ μωρέ. Ο καιρός ήρθε πέρασε εφτασε άλλος καιρός σε λίγο θα προσεδαφιστεί νέος καιρός, πώς λένε οι ναυτικοί: έχει καιρό σήμερα ή θα βρούμε καιρό στ’ ανοιχτά; Έτσι ακριβώς. Έρχονται και μας βρίσκουν οι καιροί αναβαθμίζουν το σύστημά μας όποιος δεν έχει γνήσιο λογισμικό αποσυνδέεται από τον σερβερ του σύμπαντος –είδατε τι έγινε στην Αϊτή που ψωνίζουνε μαϊμούδες Windows- και συνεχίζουμε με τη γλώσσα έξω τα δάχτυλα στα πλήκτρα και το μυαλό στην παγοκυψέλη του στο ψυγείο, για -ο μη γένοιτο- μας χρειαστεί καμιά φορά. Κι όπως ΔΕΝ ειπε η Κατερίνα Γώγου: Σημασία έχει να παραμένεις… όμοιος.
Θάλασσα μνήμη. Ο πιο τρομακτικός καθρέφτης του κόσμου από την εποχή της δημιουργίας. Καμία σχέση μ’ εκείνον της Αλίκης που μπαινόβγαινε σε όνειρα και εφιάλτες αλλά στο τέλος σωζόταν. Αυτός ο καθρέφτης δεν έχει έλεος. Σκύβεις να δεις τα δικά σου και τρελαίνεσαι από τη συνάφεια γεγονότων στα οποία δεν είχες καμιά συμμετοχή. Βλέπεις τον παιδικό σου φασουλή στα χέρια ενός ναύτη από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Κοιτάς τις αγάπες που έθαψες τελετουργικά στο νερό να πασχίζουν να ανασάνουν παρασυρμένες από τα κύματα λάβας του ηφαιστείου της Σαντορίνης που κατηφορίζουν για να καταστρέψουν το μινωικό πολιτισμό. Και λίγο πιο κει που ο βυθός έχει ένα σα βουναλάκι από κόκαλα των νεκρών του εμφυλίου βλέπεις ν αναδύεται το πρόσωπο του Μιχάλη του νεανικού σου φίλου που έφυγε από υπερβολική δόση. Όλα τα κρατάει η θάλασσα. Τόσο που καμιά φορά σκέπτομαι μήπως αυτός είναι ο κάτω κόσμος που λέμε. Εκεί που άγιοι και δαίμονες κινούνται με τον παφλασμό ήρεμοι για πάντα κι απαλλαγμένοι από τις θυσίες της ζωής. Θάλασσα μνήμη. Θάλασσα κοιμητήριο για ζωές που δεν ολοκλήρωσαν την τροχιά τους γύρω από τον πλανήτη γη και κατέπεσαν είτε ηρωικά είτε άδοξα.

Παίζει το τραγούδι Στη Σαλαμίνα από το Ρεμπέτικο

Μιας και λέγαμε προηγουμένως για τα ιστορικά γεγονότα που καταπίνει το νερό και τα διατηρεί γι άλλους ως μνήμη και γι άλλους ως ενοχή… Πόσο με συγκίνησε αυτό το τραγούδι από την πρώτη φορά που το άκουσα δεν λέγεται. Αυτή είναι η μαγεία και η μεγαλοσύνη της τέχνης. Της κάθε τέχνης. Διηγείται τώρα κάποιος μιαν ιστορία που έγινε το 1922, την ξέρεις από τα βιβλία και τις ταινίες, άντε να ‘χεις γνωρίσει και κάποιους πρόσφυγες παππούδες ή γονιούς των φίλων σου αλλά ως εκεί. Κι όμως. Είναι μια λέξη, μια στροφή, ο τρόπος που γυρίζει η φωνή σ’ ένα ρεφρέν, που σε χτυπάει κατάστηθα, και ξυπνάει δικές σου μνήμες και ιστορίες σε εντελώς άλλα χρόνια και απολύτως διαφορετικές συνθήκες. Γι αυτό ξινίζω άσχημα όταν ακούω τους βαρύτονους της διανόησης να λένε η τέχνη είναι για τους λίγους και άλλες παρόμοιες ηλιθιότητες. Πιστεύω ακράδαντα ότι η πραγματική τέχνη αγγίζει τους πάντες. Δεν εννοώ ότι την καταλαβαίνουν οι πάντες γιατί εδώ υπεισέρχεται και ο τομέας γνώση παιδεία κλπ που είναι εμπόδια. Αγγίζει λέω. Γεννάει συναισθήματα. Συνεννοηθήκαμε.

Ιατρείον Ασμάτων.

Εδώ η μουσική ακούγεται και καμιά φορά πονάει κιόλας
Advertisements