Άντε βρε! Καλή χρονιά!. Τώρα τη λέμε. Διότι ως ανήκουσα σε ομάδα υψηλού κινδύνου λόγω ύψους, με το παραμικρό συνάχι μαζεύομαι. Γιατί ξεκίνησα με τον Ξένο… Είναι ένα ζήτημα. Άλλα διηγείται ο Νίκος Γκάτσος άλλα θέλω να πω εγώ και χρειαζόμουν τη λέξη: ξένος. Ήγουν τουτέστιν δηλαδή βούτηξα τη λέξη από το ξένο στόμα για να πω τα δικά μου. Ποιος είναι ο ξένος; Ή καλύτερα ποιος είναι ο τελευταίος ξένος που προσήλθε στη ζωή μας; Ναι ναι ο καινούργιος χρόνος. Το -θα δείξει- σωτήριον 2010. Και γιατί το κάνω θέμα; Μα δεν βλέπετε τι γίνεται γύρω μας; Σοβαροί και ηλίθιοι, μορφωμένοι και στραβάδια, επιστήμονες κι οικοδόμοι, επώνυμοι κι ανώνυμοι -αυτό το τελευταίο πολύ μου αρέσει να το συζητήσουμε κανένα βράδυ-, όλοι, όλες, μανάδες γέροι και παιδιά, που τους βρίσκεις τις τελευταίες 13 ημέρες; Όπου γράφει για ζώδια.! Πρεσβύωπες και μύωπες ακόμα και με τη μέθοδο Μπράιγ ψάχνουν απεγνωσμένα την καλή την είδηση στο ζωδιακό κύκλο. Θα είναι καλό το 2010; Και για ποιους; Τους Ζυγούς ή τους Αιγόκερους; Τους Δίδυμους ή τους Σκορπιούς; Κι αν θα είναι καλή σε ποιον τομέα θα είναι; Στα οικονομικά; Στην υγεία; Στα προσωπικά; Ξεχνάω κανέναν τομέα; Έχει σφίξει τόσο πολύ η πραγματική πραγματικότητα τα τελευταία χρόνια που σώφρονες άφρονες κάνουμε διανοητικά οχτάρια. Μας βλέπω σε λίγο να κάνουμε ουρές στα Αιγάλεω και στα Περιστέρια που εδρεύουν οι καλύτερες αναγνώστριες καφέ χαρτιών αυγών και μαγικών σφαιρών, να πιαστούμε από κάπου για να πορευτούμε το νέον έτος. Κι ας ξέρουμε πως θα πρόκειται για ένα αγορασμένο ψέμα. Άντε βρε. Καλή χρονιά να εχουμε. Και μια καλησπέρα γι απόψε.
Αν τα τραγούδια ήταν ευχές που έπιαναν θα το ‘χαμε στείλει αυτό το ωραίο κομμάτι του Κώστα Λειβαδά στα νυχτοπαίδια της Αϊτής που όσα ξέρουν να μετρούν πάνω από τα 10 δάχτυλά τους τα έχουν χαμένα: δεν ξέρουν τι νούμερο είναι αυτό που θα αντιστοιχήσει τελικά στους νεκρούς τους. Άνοιξε η γη και κατάπιε τη φτωχότερη χώρα της αμερικανικής ηπείρου όπου ήδη επλήγη από μια σειρά καταστροφών τα τελευταία χρόνια, με τελευταίους τους κυκλώνες του 2008. Τέσσερις μεγάλες καταιγίδες σάρωσαν την Αϊτή τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 2008, στοιχίζοντας τη ζωή 793 ανθρώπων και αφήνοντας άλλους 300 αγνοούμενους έως και σήμερα, κατά τα κυβερνητικά στοιχεία. Η χώρα αντιμετώπισε επίσης σοβαρές πολιτικές ταραχές τον Απρίλιο του 2008, όταν είχαν ξεσπάσει εξεγέρσεις λόγω των -απλησίαστων για την φτωχή πλειοψηφία- τιμών των τροφίμων. Το 70% των Αϊτινών -ακούστε παρακαλώ- ζουν με λιγότερα από δύο δολάρια την ημέρα• σχεδόν οι μισοί από τους 8,5 εκατ. κατοίκους της είναι άνεργοι. Η διατροφική «ανασφάλεια» πλήττει το 25% του πληθυσμού, περίπου 1,9 εκατ. ανθρώπους, και οι γυναίκες και τα παιδιά είναι τα πιο ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού. Οι νεκροί από τα χτεσινά 7,3 Ρίχτερ θα μετρηθούν σε χιλιάδες. Θεέ! Πάλι στην τουαλέτα ήσουν όταν εκεί κάτω γινόταν γης μαδιάμ;

Το σήμα χτυπάει όταν ο κίνδυνος είναι εξωτερικός. Όταν κατασκευάζεις η ίδια τον κίνδυνό σου όμως σωπαίνει. Συμμετέχει στη συνωμοσία κατά του εαυτού σου κι όταν κάτι αχνά ακούγεται λες: η πόρτα θα είναι, το τηλέφωνο, με συγχωρείτε μια στιγμή και πας και το πετάς έξω από σπίτι. Διάβαζα προηγουμένως για την διατροφική ανασφάλεια που πλήττει την Αιτή κι έπεσα να πεθάνω από τη ντροπή μου. Ξέρω, ο καθένας το προσωπικό του πρόβλημα βλέπει βουνό αλλά μήπως γίναμε όπως γίναμε, οστρακοειδείς και μαλαχίτες ακριβώς επειδή έχουμε χάσει ολωσδιόλου την αίσθηση του μέτρου; Όταν τα ¾ σχεδόν του πληθυσμού αυτού του μικρού πλανήτη αντιμετωπίζει διατροφική ανασφάλεια πόσο νομίζετε ακόμα μας παίρνει εμάς να μιλάμε για την υπαρξιακή ή συναισθηματική μας τοιαύτη; Μήπως πρέπει να πέσει επιτέλους εκείνη η περιβόητη φωτιά να μας κάψει; Και για να διασκεδάσω τις λύπες μας, το ωραιότερο το άκουσα το περασμένο Σάββατο από μια φίλη. Βρισκόταν την περασμένη εβδομάδα σ’ ένα από τα μέσα μαζικής μεταφοράς όταν επιβιβάστηκε μια γυναίκα η οποία ζητιάνευε κανονικά λέγοντας το εξής: Παρακαλώ πολύ τη βοήθειά σας γιατί έχω τα νεύρα μου από 4 ετών! Ε, της δίνεις ο,τι έχεις και δεν έχεις; Αν μη τι άλλο ξέρει να κερδίζει το μεροκάματό της.

Κανένα χέρι δεν είναι πιο γερό από το δικό σου. Κανείς δεν μπορεί να σε εκφράσει καλύτερα από σένα. Μη φοβάστε να γράφετε αυτά που σκέπτεστε αισθάνεστε παραμιλάτε. Δεν είναι ανάγκη να είστε συγγραφείς, δεν σας το ζητάει κανένας αυτό. Αντίθετα ο εαυτός σας θα νιώσει ένα νέο αεράκι να μπαινοβγαίνει στον οργανισμό του. Κι αν καμιά φορά ταυτίζεστε με όσα γράφει κάποιος άλλος, όλοι το παθαίνουμε αυτό, αν καμιά φορά διαβάζετε κάτι και νιώθετε να τρέχει το δικό σας αίμα γρηγορότερα και ζηλεύετε αυτόν που το έγραψε, ήρθε η ώρα να σας πω την αλήθεια: Δεν βρήκατε εσείς το χέρι που έγραψε για πάρτη σας. Το χέρι βρήκε εσάς. Όλα αυτά τα χέρια δεν έχουν στη συνέχειά τους ολοκληρωμένους ανθρώπους. Αν δεν είναι εντελώς κομμένα είναι ανεπαίσθητα συνδεδεμένα με ζωές κατεστραμμένες και μυαλά που πηγαινοέρχονται απέναντι. Έτσι δίνουν σε εσάς το ασφαλές εισιτήριο της ξαλάφρωσης από ένα δυνατό συναίσθημα, της έκφρασης ενός πόνου χωρίς να πονάτε πραγματικά εκείνη την ώρα, της αποδραματοποιησης μιας κατάστασης που σας ταράζει. Είναι το πουλάκι που μας βλέπει, όπως είπε προηγουμένως με τη φωνή της ηθοποιού Σύρμως Κεκέ ο Θοδωρής Γκόνης για να τραγουδήσει στη συνέχεια την ανάγκη του η κυρία Γιώτα Νέγκα.

Να πούμε τώρα κάποια πράγματα που ακόμα καθώς φαίνεται σφάζουν και πονάνε με αφορμή ένα βιβλίο. Μου ήρθαν σήματα καπνού από τον Ινδιάνο Βορείου Ελλάδος που έλεγαν: διάβασε το Πατρίδα από βαμβάκι. Τι να κάνω κι εγώ, το διάβασα. Για να το λέει ο Γιώργης θα έχει τους λόγους του. Η πατρίδα από βαμβάκι είναι η Τασκένδη. Εκεί που εγκαταστάθηκαν χιλιάδες Έλληνες με τη λήξη του εμφυλίου πολέμου εδώ στη μητριά πατρίδα. Συγγραφέας είναι η και δημοσιογράφος κυρία Έλενα Χουζούρη, εκδότης είναι Κέδρος. Το βιβλίο αρχίζει στον Γράμμο στις 29 Αυγούστου 1949 και τελειώνει στο ίδιο μέρος και την ίδια μέρα, 29 Αυγούστου, του 1999 πλέον. Τυπικά είναι η ιστορία του γιατρού Στέργιου Χ. που έζησε 18 χρόνια στην Τασκένδη και παραμονές της εδώ δικτατορίας κατηφόρισε νοτιότερα προς τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο για να είναι κάπως πιο κοντά στην πραγματική του πατρίδα. Όποιος ψάχνει κλειδαρότρυπες δεν θα τις βρει εδώ. Δεν το λέω πονηρά. Εννοώ ότι η συγγραφέας δεν επιχειρεί ούτε κατά διάνοια να διηγηθεί μιαν απλή ανθρώπινη ιστορία με τα προσωπικά της και τα ιδιαίτερά της. Επιδιώκει μέσα από τον ήρωά της να ζωντανέψει στα μάτια μας μιαν ολόκληρη εποχή πολιτικής προσφυγιάς, να χαρτογραφήσει το συλλογικό συνειδητό και ασυνείδητο τόσο των Ελλήνων που πήγαν εκεί όσο και των Ρώσων που τους αποδέχτηκαν. Δεν επιδιώκει συναισθηματικά κρεσέντο, θα έλεγα πως αφηγείται μια σπαρακτική επί της ουσίας ιστορία με τρόπο σχεδόν ψυχρό. Αυτό έχει και τα καλά του και τα κακά του. Κρατώντας τις αποστάσεις της από τον πρωταγωνιστή της ιστορίας καταφέρνει μιαν αρκετά ασφαλή αντικειμενικότητα, αφαιρεί ωστόσο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πολλά από την ψυχολογική γεωγραφία αυτών των ανθρώπων. Όπως και να έχει είναι ένα ωραιότατο μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί παρά τις 370 περίπου σελίδες του, είναι ένα βιβλίο που δείχνει πόση δουλειά και έρευνα έγινε πριν η κυρία Χουζούρη πιάσει το ποντίκι του υπολογιστή στα χέρια της και τελικά είναι ένα κείμενο μια ιστορία μια αφήγηση που γδέρνει ακόμα τα σωθικά όσων δεν βιάστηκαν να ξεχάσουν -ελπίζω και εκείνων που γεννήθηκαν αργότερα και ενδεχομένως αγνοούν εντελώς αυτές τις τραγικές παραμέτρους της ιστορίας μας.
Εντάξει ρε Γρηγόρη δεν είναι αυτό το αλλού, το ξέρω, μη φωνάζεις. Τι να κάνω; Χτες το τέλειωσα το βιβλίο κι είμαι ακόμα στο τραίνο Τασκένδη-Μόσχα.Τούτος ο τόπος είναι ένας κήπος με κλαμένα παιδιά στη ποδιά μιας μάνας για πάντα χαμένης. Είδες ο Νίκος Γκάτσος; Να τα ακούν αυτά και οι καλύτεροι των στιχουργών μας που σηκώνουν ώμους φρύδι και μυτούλα και δηλώνουν ποιητές. Αχ καημένοι μου. Τέλος πάντων, να ξανοίξω πάλι την ατμόσφαιρα μ’ ένα κωμικοτραγικό συμβάν που μου συνέβη. Δηλαδή όχι εμένα ακριβώς, στον αδελφό μου διότι εγώ ανήκω όπως προείπα στις ομάδες υψηλού κινδύνου λόγω ύψους και με προσέχουνε. Τώρα το Δεκέμβριο που μας πέρασε έπρεπε να κάνουμε την ανακομιδή των οστών των γονιών μας. Ανέλαβε τα διαδικαστικά ο Νίκος, στην αρχή είπαμε να παραστούμε μετά κωλώσαμε και τα έκανε ο άνθρωπος του κοιμητηρίου. Ένα πρωί λοιπόν χτυπάει το τηλέφωνο του Νίκου κι ακούει μιαν αντρική φωνή να του λέει: Έλα κύριε Βλαχογιάννη ποια κόκαλα απ’ τον καθένα θέλετε να κρατήσουμε; Παρτον ανάσκελα το Νίκο. Όταν συνέρχεται ψελλίζει: τι ακριβώς εννοείτε; Ο άνθρωπος εννοούσε ότι δεν χωρούσαν σ’ ένα κουτί και οι δύο κι έπρεπε τώρα εμείς να πούμε πιάσε το αριστερό πόδι της μάνας μας και το δεξί μάτι του πατέρα μας. Να γελάσεις ή να ουρλιάξεις; Καλά άλλη λύση δεν υπάρχει; Ρώτησε ξέπνοος ο μικρός που έπαιζε για το χατίρι μου τον μεγάλο. Θα πρέπει να βάλουμε δύο κουτιά του εξηγεί ο κύριος; 150 να βάλετε του ουρλιάζει ο αδελφός μου είναι δυνατόν να με ρωτάτε τέτοια πράγματα; Όσα κουτιά θέλετε βάλτε αλλά τους θέλουμε ολόκληρους παρακαλώ. Όπως καταλαβαίνετε μετά άρχισε ο κανιβαλισμός και η αλυσίδα των τηλεφωνημάτων οι μισοί ξεραθήκαμε στα γέλια οι άλλοι μισοί ζορίστηκαν. Τι μπορεί να σου συμβεί δεν λέγεται. Γι αυτό φωνάζω αδέλφια. Ούτε χώματα θέλω ούτε να με πλησιάσουνε σκουληκάκια και ακάρεα και ο,τι γενικώς κυκλοφορεί εκεί κάτω. Φωτιά, φωτιά. Να γίνω μια ωραία γκρίζα στάχτη. Σαν του τσιγάρου που ήταν όλη μου η ζωή.

Ως εδώ γι’ απόψε, με το οργανικό κομμάτι που έγραψε ειδικά για την εκπομπή η Μαρία Παπαγεωργίου. Το ιατρείον ασμάτων, ο φύλακας διάβολός σας, θα ξανανοίξει την επόμενη Τετάρτη ακριβώς τα μεσάνυχτα.
Μείνετε συντονισμένοι στο Β΄ Πρόγραμμα.
Εδώ η μουσική ακούγεται και καμιά φορά πονάει κιόλας
Advertisements