Έτσι να κάνουμε, θα πέσει η πόρτα, πίστευε η Κατερίνα Γώγου. Άθροιζε όλους τους απελπισμένους, τους κάτω από το όριο της φτώχειας, τους εγκαταλειμμένους και τους καταθλιπτικούς Δεν έγινε έτσι γιατί κανείς δεν έκανε το πρώτο βήμα, Κατερίνα. Φρόντισαν να τεμαχίσουν σε μερίδες πουλιού τον κοινωνικό ιστό ώστε να μην υπάρξει έμψυχο δυναμικό για να σπρώξει την καταραμένη πόρτα. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω πολύ για τα εκατομμύρια τηλεγραφήματα email και sms που μου στείλατε διαμαρτυρόμενοι για τον εξαναγκασμό του Ιατρείου Ασμάτων να μην κατέβει ούτε σ’ αυτές τις εκλογές. Νομίζω ξεπεράσαμε σε υπογραφές κι εκείνες του μακαριστού -έτσι δε λέγεται;- Χριστόδουλου για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Είμαστε πολλοί και μας τρέμουν -τι να κάνουμε; Αν έχετε κανένα φίλο φαρμακοποιό ρωτήστε τον τι είναι το στάνταρ 1 σε πωλήσεις καθημερινά. Αν δεν σας πει τα αντικαταθλιπτικά να μη με ξανακούσετε, να μου κοπεί η γλώσσα, να πέσω από το Παλαμήδι χωρίς πάρα πέντε. Αλλά, καλοί μου ασθενείς, μην πτοείσθε. Πολιτική δεν είναι μόνο τα κόμματα. Είναι, κατά βάσιν, τρόπος ζωής όπου εκεί μπορείτε να διατυμπανίζετε την ψήφο της διαφοράς σας χωρίς νομικές κυρώσεις. Μια καλησπέρα και πάμε πάρα κάτω. Καλήν εσπέρα σας.

Παίζει το ανεμολόγιο με τον Γιώργο Νταλάρα

Παρατηρώ, Κώστα Τριπολίτη πώς εξελίσσεται αυτό το σπουδαίο τραγούδι που έφτιαξες με τον Θάνο Μικρούτσικο μέσα στα χρόνια. Όταν το πρωτακούσαμε –αρχές δεκαετίας του 1990 ήταν;- νιώσαμε σα να προπονείται στο στομάχι μας ο Μάικ Τάισον. Με τον καιρό ο πόνος έγινε παράπονο, το παράπονο πικρία, σήμερα που το άκουσα για να παίξει απόψε δεν ένιωσα σχεδόν τίποτα! Μου φάνηκε σα να άκουγα απλώς ένα ειλικρινές επιτέλους δελτίο της πραγματικότητας Μια πραγματικότητα φυσικά που σαν πύθωνας μας σφίγγει καθημερινά όλο και περισσότερο αλλά την έχουμε αποδεχτεί, μας είναι οικεία, ξυπνάμε και ξέρουμε: άλλη-μια-ζόρικη-μέρα. Βλέπουμε τα πλυμένα μας να στεγνώνουν απλωμένα στον ανεμόμυλο και δεν ξέρουμε πού να κοιτάξουμε χωρίς ενοχές γιατί όπως λέγαμε και παιδιά: σε πολλά σημεία βάλαμε τα χεράκια μας και βγάλαμε τα ματάκια μας. Το όραμα δεν εμπεριέχεται στο λεξικό των σημερινών νέων και μη με ρωτήσεις ποιος γράφει τα λεξικά, πάντως όχι εμείς. Εμείς αντίθετα και τα ήδη γραμμένα τα λερώσαμε με λάθος αίμα. Για να συνδέσουμε τώρα τη γενιά μας με εκείνη των γονιών μας.

Παίζει το Θα με δικάσει με τη Σωτηρία Μπέλλου

Ήταν μια από τις σπάνιες φορές που μου μίλησε ο Σπύρος -ο οποίος ,σημειωτέον, είχε γνωρίσει όλα τα νησιά της εξορίας, δεν είχε αίσθηση του πόνου στο σώμα του από τα βασανιστήρια και του έμεινε και μια διαρκής αστάθεια στον αυχένα, έτρεμε συνέχεια το κεφάλι του. Αλλά ποτέ δεν μίλαγε γι αυτά και ποτέ βεβαίως δεν θέλησε να τα εξαργυρώσει. Ένα βράδυ λοιπόν δεν ξέρω ποια βαθιά πίκρα του έδωσε αφορμή, έτσι όπως καθόμασταν στο πατρικό, στο σαλόνι, στο Ναύπλιο, γύρισε και μου είπε: μας ζήτησαν τα νιάτα μας, τα δώσαμε. Μας ζήτησαν να στερηθούμε τις σπουδές μας για να βγούμε στο βουνό, το κάναμε. Μας ζήτησαν ο,τι υλικά αγαθά είχαμε, τα δώσαμε. Μας ζήτησαν τα καλύτερά μας, ηλικιακά, χρόνια, τα παραχωρήσαμε Και δεν μας επέστρεψαν ποτέ, Στέλλα, ούτε ένα δάκρυ. Από εκείνα που χύσαμε εμείς αλλά κι από τα περισσότερα που έτρεξαν από τις οικογένειες τις οποίες αφήσαμε πίσω μας -γονείς κυρίως κι αδέλφια. Η απογοήτευσή του ήταν μαρμάρινη. Μ’ αυτόν τον βαθύ καημό έφυγε από τη ζωή στα 74 του χρόνια.
Μας έκανε την καρδιά χίλια κομμάτια η κυρία Βούλα Πατουλίδου σ’ εκείνους τους περίφημους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δε μιλώ για το πρώτο χρυσό μετάλλιο μετά τον Σπύρο Λούη που κερδίσαμε -χωρίς να το υποτιμώ καθόλου. Το μαχαίρι που μας έμπηξε στο στήθος η νεαρή τότε Βούλα ήταν η ιστορική της πλέον δήλωση: Για την Ελλάδα ρε γαμώτο και το άχτι με το οποίο την είπε στις τηλεοράσεις όλου του πλανήτη. Κι ήρθε μετά από λίγα χρόνια η Αφροδίτη Μάνου μ ένα καταπειραγμένο ζεϊμπέκικο να θέσει το ερώτημα που μας τρώει όλους: Για ποιαν Ελλάδα ρε γαμώτο; Τα είπε πριν το τραγούδι να μην τα επαναλαμβάνω Συνειδητοποιημένος καλλιτέχνης από μικρή η Αφροδίτη Μάνου είχε και έχει κι αυτή τα δικά της καλοακονισμένα μαχαίρια για την καρδιά μας. Τη Δευτέρα που έβλεπα το ντιμπέιτ των 6 με μια παρέα, σάλεψα κάποια στιγμή, και τους είπα: σηκωθείτε βγάλτε μου εισιτήριο θα φύγω με τις Νύφες του Παντελή Βούλγαρη για Αμέρικα να παντρευτώ κανέναν υπερήλικα πλούσιο ομογενή. Εκείνοι γέλαγαν μέχρι πρωίας αλλά εμένα το στομάχι μου έτρεχε προς τη νεύρωση με χίλια. Δεν απαξιώνω την πολιτική -ούτε να το σκεφτείτε. Κι αν είχα κάτι να υπερασπιστώ σας ορκίζομαι πως θα το έλεγα δημόσια κι ας γινόταν ό,τι ήθελε που είμαι στο κρατικό ραδιόφωνο περαστική πλην απολύτως ελεύθερη και ομιλητική, δεν μ’ ενόχλησε ποτέ κανένας. Δεν έχω κάτι προς υπεράσπισιν, προσωπικά. Με συγχωρείτε.
Δώδεκα ρούσικα λαϊκά τραγούδια! Καθόταν ο Γιάννης Ρίτσος και μετέφραζε, μερικές φορές μάλιστα και σε… βαριά δημοτική- μισεμούς κι αντάμωσες λ.χ.-, μετέφραζε ο ποιητής την παράδοση από τα τοπία των οραμάτων του για να μάθουμε κι εμείς, νέοι εκείνα τα χρόνια της μεταπολίτευσης Μάθαμε; Όσοι θελήσαμε ναι, μάθαμε και του χρωστάμε. Και τι φτιάξαμε εμείς οι τότε τόσο νέοι; Ωραία πράματα. Προχώ. Στη δεκαετία του 1990 φτιάξαμε τους γιάπηδες που έγιναν πάμπλουτοι πουλώντας μας τσιχλόφουσκες για μπαλόνια που δεν σπάνε και στη δεκαετία που διανύουμε τα γκόλντεν μπόις, τους μάγκες των παιχνιδιών με την οικονομία δηλαδή που φροντίζουν η ήδη ανοιχτή ψαλίδα ανάμεσα στις δυο εναπομείνασες κοινωνικές τάξεις να φτάσει στα όριά της, να σπάσει αν χρειαστεί. Είσαι φτωχός; Πάρε τη σφαίρα σου και κάτω. Στο χώμα. Αχ μακρινός ήταν ο δρόμος Γιάννη Ρίτσο και Μαργαρίτα Ζορμπαλά και δεν είχαμε έναν Τειρεσία έναν Κάλχα να μας πει που θα μας έβγαζε. Με απλά λόγια: την πατήσαμε.

Κι αυτή, η Δανάη Παναγιωτοπούλου, είναι μια από τις φωνές των εντελώς νέων παιδιών, των παιδιών μας δηλαδή. Φωνή πολιτική αλλά με διαφορετικό τρόπο. Κάτι τέτοια με κάνουν αισιόδοξη. Όταν βλέπω πως συνεχίζουν να γεννιούνται μυαλά ελεύθερα και εργατικά, λέω: δεν μπορεί, κάτι θα συνεχιστεί από την γραμμή του αίματος στην οποία βαδίσαμε τόσες γενιές. Ν’ αφήσουμε λίγο την πολιτικομανή διάθεση και ν ακούσουμε για τον καιρό που μας έχει τρελάνει με τα τερτίπια του; Για πάμε ένα Δελτίο Καιρού.

Καλέ τι δελτίο είναι αυτό; Ούτε ένα γυμνό, ούτε ένα σεξουαλικό υπονοούμενο, ούτε ένα ραντεβού κλεισμένο στον αέρα; Εμ δεν θα κάνουμε έτσι ακροαματικότητα Με τους Χαΐνηδες περιμένεις να προκόψεις επαγγελματικά, γιατρέ; Καλά, άμα ξυπνήσεις έλα να με βρεις, σού ‘χω κάτι νέα χάπια 8ης γενιάς που θα σε προσγειώσουν μια χαρά στον πλανήτη πραγματικότητα

Εντάξει τώρα τίναξα τα νούμερα στον αέρα. Άμα παίζεις το Κυριακή στην επαρχία -που, συμπληρώνω εγώ, βγαίνει ο Χάρος παγανιά- με τον Αργύρη Μπακιρτζή, τα ποσοστά σου χτυπάνε ταβάνι. Είμαι λίγο ανταγωνιστική απόψε ή είναι ιδέα μου; Για να συνέλθω και να σας πω για ένα βιβλίο που θα πρότεινα να διαβάσετε. Το μυστικό της άτυχης πέστροφας ή Η Βίβλος της αμφιβολίας είναι ο τίτλος του, Γιώργος Παναγιωτάκης ο παντελώς άγνωστός μας συγγραφέας και εκδόθηκε φέτος από τον Κέδρο. Μου το πάσαρε ο φίλος μου ο Μίλτος με τον οποίο δεν πολυταιριάζουμε στα γούστα και συγχωρήστε με που θα το πω κ. Παναγιωτάκη έπιασα να το διαβάζω όταν είχα τελειώσει όλα τα άλλα και ενώ περίμενα την καινούργια παραγγελία. Ακριβώς εκεί μου την είχατε όμως στημένη εσείς! Γιατί από την πρώτη σελίδα κιόλας αγκιστρώθηκα στο δόλωμά σας και το ρούφηξα το μεγαλούτσικο βιβλίο σας μέσα σε τρεις μέρες. Διαβάστε το. Ο άνθρωπος είναι μεγάλος παραμυθάς, αυθεντικός, και είναι και νέος από ό,τι είδα στο βιογραφικό του. Όχι δεν είναι για παιδιά ούτε γι’ αυτούς που παιδιαρίζουν Είναι ευφυές, έχει πολύ χιούμορ και ο συγγραφέας του χωρίς να ποιητικίζει, ρεαλιστική γραφή επέλεξε, ζωγραφίζει μέσα στις σελίδες του έναν απίστευτο κόσμο. Κύριε Παναγιωτάκη είναι απρέπεια αυτό που θα κάνω τώρα αλλά δεν μπορώ να κρατηθώ. Θα πω την τελευταία φράση του βιβλίου σας, δεν είναι σα να λέω το δολοφόνο σε αστυνομικό αλλά μοιάζει. Λοιπόν το βιβλίο τελειώνει με την εξής φράση: όνειρα είμαστε κι άλλοι μας ονειρεύτηκαν. Ποιος είπε ότι ΔΕΝ θα το διαβάσει;

Παίζει το Θαλασσινή αναφορά με τη Μαρία Σουλτάτου
Αφιερωμένο στον κ. Θεοδόση Βαφειάδη που δίνει μάχες ομηρικές εκεί πάνω στη Θράκη υπερασπιζόμενος με χίλιους τρόπους το καλό ελληνικό τραγούδι. Μια ωραία συνέντευξη που πήρε από την εξαίρετη κυρία Μαρία Σουλτάτου μπορείτε να διαβάσετε στο site: mousikorama.gr/soultatou. Νέο παιδί και ο Θεοδόσης, έμεινε στον τόπο του και πολεμάει να σώσει ό,τι δεν ξεπουλιέται. Κράτα γερά νεαρέ μου φίλε.

Η πολύχρωμη απελπισία των καιρών βοηθάει να εξαφανιστείς. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν θα το πάρει είδηση. Στην αρχή θα πουν της έκοψαν το τηλέφωνο, μετά την έπιασε η κατάθλιψη και κατέβασε τα ρολά και σε κάνα δυο μήνες -αν δεν είσαι πτώμα ώστε να μυρίζεις πλέον- κάποιος θ’ ανοίξει το σπίτι σου και θα το βρει άδειο. Κι εσύ; Εσύ που θα είσαι; Αν δεν έχεις πάει στα σύννεφα τότε, πολύ απλά, άνοιξες μια μέρα την πόρτα κι άρχισες να περπατάς για όπου. Και συνεχίζεις.

Παίζει το Θέλω τη μέρα που θα φύγεις με τον Χρήστο Θηβαίο
Α
πό τα ωραιότερα πράγματα που έχει γράψει μέχρι σήμερα ο Οδυσσέας Ιωάννου. Κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις -για να φύγεις δηλαδή- να είναι σα να μ’ αγαπάς. Δε νομίζω ο χωρισμός να έχει άλλο τέτοιο τρυφερό τραγούδι για πάρτη του. Ούτε αίματα ούτε φωνές ούτε καν δάκρυα. Θα μου πεις ότι ο άνθρωπος περιγράφει το πριν –όπως στις διαφημίσεις. Το μετά, το γαία πυρί μιχθήτω που θα συμβεί 9 φορές στις 10 όταν η πόρτα θα έχει κλείσει και θ’ ακούγονται τα βήματα που απομακρύνονται, θα μας το πει κάποια άλλη φορά. Αλλά το βρίσκω πολύ γενναίο έτσι που το πήγε το θέμα ο κ. Ιωάννου. Ούτως ή άλλως το μετά, είναι του καθενός αίμα. Συμπεριλαμβανομένου κι εκείνου που έφυγε.

Μείνετε συντονισμένοι στο Β΄ Πρόγραμμα. Εδώ η μουσική ακούγεται και καμιά φορά πονάει κιόλας

Advertisements