Αχ μωρέ μ αυτά τα πιστεύω, μεγαλώσαμε και τώρα δεν βρίσκουμε καταφυγή πουθενά. Οι άγριες επαναστάσεις που ονειρευτηκαμε, κάποιες εποχές μπορεί και να τις σχεδιάσαμε κιόλας, οι άγριες επαναστάσεις όχι μόνον δεν έγιναν ποτέ αλλά μας έκαναν και γραφικούς στις νεότερες γενιές που εχουν μητρική γλώσσα τα αγγλικά κι ας τις στέλνουμε σ’ ελληνικά σχολεία και ζουν για να βαριοούνται ξενυχτώντας άσκοπα στα κλαμπ της παραλιακής. Ούτε καν ερωτευμένα τα παιδιά. Κι εμείς μια φορά το μήνα σιδερώνουμε τις τρύπιες μας σημαίες και τις τυλίγουμε με καμφορά να μην τις φάει ο σκώρος να μην τις φάει ο χρόνος να μην τις φάει η λησμονιά. Που ξέρεις…. κάποτε… ενδεχομένως…. ένας χαρισματικός και γενναίος ανθρωπος να βρει το θάρρος και να ξεκινησει την Ιστορία από την αρχή. Αλλιώς. Καλησπέρα σας.

Δεν ήθελα να έρθω απόψε. Κουράζονται κι οι λέξεις. Αγαναχτούν πολλές φορες. Δεν θέλουν να γεννηθουν ξερουν τι τις περιμένει και αρνουνται να βγουν στο φως. Ήμουν και σε μεγάλα κέφια είναι η αλήθεια: Κάνοντας την αυτοκριτική μου σαν καλή Κνίτισα συνάντησα εκεί στο πάτωμα και την αυτοεκτίμησή μου. Τι πας και τους λές νυχτιάτικα των ανθρώπων; μονολογούσα όλη μερα. Τι τους ζαλίζεις το κεφάλι με τα δικά σου, εχουν δικά τους νοήματα να ξεκαθαρίσουν και μυστικά να ξεδιπλώσουν. Τελικά λειτουργώντας σαν τοξικομανης βρέθηκα πολύ καθυστερημένα από άποψη χρόνου στο κομπιούτερ να γράφω ιατρείο με τα μούτρα εκατό κιλά, αναζητώντας πάλι το ψέμα ότι τα τραγούδια είναι παρηγορία.

Θα σε διαψεύσω: ο Άδης δεν είναι σχήμα λόγου και σε καμιά περίπτωση ενδιάμεσος. Ο Άδης είναι προορισμός. Κατά τα λοιπά είμαστε απόλυτα σύμφωνοι. Άλλη αγάπη γύρευα εγώ/ πώς να με αγαπήσουνε οι άλλοι. Α ρε λέξεις-παγίδες που πιάνετε το πόδι από το ζωάκι και το τυραννάτε γιατί στο τέλος δε θα το σκοτώσετε θα το αφήσετε να φύγει, γιατι στο τέλος τέλος δεν ειστε φονιάδες απλοι λογάδες κυνηγοί μ’ ανεκπλήρωτα κυνηγια. Ξέρετε, όσοι εχουμε δουλειά μας -ας μην πω επάγελλμα- τις λέξεις τις γραμμένες είμαστε λίγο σαν τους ελεύθερους σκοπευτές. Κρυμμένοι σε μια στέγη ενός κτιρίου εντοπίζουμε με τον τηλεφασκό το θύμα και προχωράμε στην εκτέλεση. Θα μου πεις το παράκανες τώρα με τις μεταφορές, πως γίνεται αυτό; Γινεται και παραγίνεται. Να: μιλάω εγω τώρα, ο Πάνος πριν η Γιάννα μετά , όποιος από σας που ακούει εντοπίσει τη λέξη ή το νόημα-φονιά –που πρακτικά ερμηνευεται μ’ ένα πνιξιμο στολαιμό, ένα σφίξιμο στο στομάχι- ε, εκείνος είναι το θύμα. Γιατί κατάλαβε.

Ωχ μωρέ Παντελή πάλι με τα αυτονόητα παλεύεις. Αν είχες ξεχάσει επειδή πέρασε καιρός, τότε καλέ μου φίλε δεν είχε συμβει τιποτα σοβαρό. Μεγάλο μυστήριο η καρδιά και το μυαλό μας. Δεν ξέρω τι ψάχνουν και τι βρισκουν οι επιστήμονες στα εργαστήρια. πολύ θα ήθελα να είμαι εκεί κοντά τους και να μαθαίνω, αλλά το δικό μας σώμα το δικό μας μυαλό και η δική μας καρδιά είναι το μοναδικό μας αλφαβητάρι. Παρατηρω πώς μετά από μια μεγάλη φουρτούνα, από μιαν αναταραχή που γέμισε τις φλέβες σου με νέο αίμα κι είπες ,μωρέ μπορώ δε μπορώ εγώ θα έρθω μαζί σου ως την Ανταρκτική, πότε ξεκινάμε, μετά λοιπόν από μια τέτοια κατάσταση όπου φυσικά κανείς δεν ξεκίνησε για πουθενά, ερχεται μια μακρά περίοδος αδιοαφορίας, αφασίας. Είναι τόση η λύπη, ειναι πιο τόση η απογοήτευση και η πικρία γιατί ξέρεις πως έτσι έπρεπε να γίνει κι ας σε κομμάτιασε, που φτάνεις να μη σε νοιαζει καν αν έχεις μιαν αναπνοή ακόμα. Της ειδικότητάς μου είναι το περιστατικό, ξέρω, αλλά δεν σκοπεύω ν ασχοληθώ. Δεν με παίρνει.

Παίζει το Ποτέ μη χτυπάς με τον Μανώλη Μητσιά.

Λοιπον ξέρετε τι έγινε τελικά κ. Μητσιά; Έχοντας την… ατυχία θα το πω, στην εφηβεία μου να καταλάβω πάρα πολύ καλά το νόημα αυτού του τραγουδιού και να γίνει το συναισθηματικό μου μότο για πολλά χρόνια, σήμερα, τώρα, αιώνες μετά δηλαδή, αντιλαμβάνομαι ότι ζω κάνοντας το ακριβώς ανάποδο. Εγώ ειμαι που δεν ανοίγω την πόρτα που δεν σηκώνω τα τηλέφωνα που δεν απαντάω στα ηλεκτρονικά πλέον γράμματα. Εγώ είμαι που κλείνω τον κόσμο, τον δικό μου κόσμο απέξω κι οι φιλοι στενοχωριούνται, κάποιοι παρεξηγούνται κιολας -δεν τους αδικώ. Ο φίλος μου ο Γιάννης από δίπλα μου ειπε ότι είναι μια πολύ εγωιστική στάση αυτή γιατί υποχρεώνει τους άλλους να μ’ αναζητούν. Δεν το ειχα σκεφτει ποτέ έτσι και με πείραξε που το άκουσα. Με κρύο μυαλό τώρα λέω πως θεωρητικά έτσι είναι όπως το λέει ο Γιάννης αλλά, πρακτικά, αγαπημένε μου γείτονα και φίλε, νομίζω πως το νόημα είναι λίγο πιο φονικό. Δηλαδή: κουράστηκα, μη με κρατάτε άλλο, μη μου δίνετε αιτίες να συνεχίζω. Να κοιμηθώ θέλω μονο. Ίσως και για πάντα.

Μια εφηβεία ανηλεής κυρία Νικολακοπούλου για τα παιδιά εκείνης της εποχης που ειχαν ένα μυαλουδάκι κάπως γερό κι αποδελτίωναν τα λόγια των τραγουδιών και τα φύλαγαν στο κρυφό άλμπουμ της καρδιάς τους. Για τα παιδιά της δεκαετίας του 1970 που μεγάλωναν αναστατωμένα από όσα καταλάβαιναν να συμβαίνουν γύρω τους, στο μικρό τους κόσμο της οικογένειας και της κλειστής κοινωνίας και στον μέγα κόσμο της πατρίδας που άκουγε μονο εμβατήρια, καλαματιανά και τσάμικα. Κι αυτή η εφηβεία η καθόλου επιεικής για μας. έφερε την τραμπάλα της ενηλικίωσης ,το κυνήγι της τρέλας, τις κόκκινες συνταγές ,τις ματωμένες σχέσεις, τη φωτογραφία με το θανατο. Είμαστε ακόμα εδώ πολεμώντας τον ίδιο μας τον ίσκιο. Η λύπη και η κούρασή μας δεν υπήρξαν ποτέ φιλολογία και ποιητική αδεία. Το ήπιαμε το κρασί μας. Το κάψαμε το λάδι μας.

Πείτε ο,τι θέλετε. Αυτά τα δέκα λάμδα που βάζει ο Αντώνης Καλλλλλλλλλλλογιάννης σε κάθε λέξη που περιέχει το εν λόγω γραμμα της αλφαβήτου, εμένα μου αρέσει. Εσένα πάλι δεν σου αρέσουνε καθόλου οι λέξεις. Ώρες ώρες σκέφτομαι ότι μπορεί να τις μισείς κιόλας. Θα είναι σκληρό πάντως αν αυτός είναι ο μόνος λόγος που δεν μου έχεις παραχωρήσει ακόμα το αντίο.

Τα δικά μου παραμύθια μάλλον θα σε ταράξουν γιατί θα είναι γεμάτα πειρατικά καράβια φονικά και ανθρώπους που τους κυνηγάνε, οπότε καλύτερα να μη στα πω, γιατί θα σου πάρω τον ύπνο μια για πάντα. Όμως να θυμάσαι πάντα αυτό το μισό διαταγή μισό παράκληση: μόνο μην κλαίς, μόνο μην κλαις. Ναι γω από κει μπάζω. Από τα δάκρυα των ανθρώπων που αγαπώ.

Για μένα ήταν και ειναι πάντα ο φυσικός διάδοχος του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Η πάλαι ποτέ κραταιά βιομηχανία του δίσκου αλλά και κάποιοι συνάδελφοί του που είχαν και έχουν μέχρι σήμερα δύναμη και παρέμβασης και αλλοίωσης ορισμένων κατευθύνσεων, τον κράτησαν απέξω, τον τσάκισαν -λέω εγώ. Μιλάω για τον μεγάλο τραγουδιστη. Το Νίκο Δημητράτο

Αμέσως μετά την πήρε το ασθενοφόρο για το Αιγινίτειο. Αν ειχαν μιλιά τα ανδρικά πουκάμισα από τότε που εφευρέθηκε το σίδερο δεν θα υπήρχε αυτός ο κόσμος. Το πιο απλό που μπορω να σκεφτώ είναι το πουκάμισο να ουρλιάζει στη σύζυγο: άσε με τσαλακωμενο, δεν μπορω άλλο ν’ ακούω το βαλς των χαμένων σου ονείρων. Όπως και να ‘χει ημιτελείς σχέσεις συνάπτουμε που κρατιούνται για χάρη των παιδιών του περίγυρου της καριέρας. Το τέλος πέφτει εύκολα μόνο σαν μακέτα στις παλιές ελληνικές ταινίες. Στη ζωή δύσκολα. Αν κάποτε μαζευόντουσαν όλα τα ανείπωτα και φανέρωναν το περιεχόμενό τους θα γραφόταν εντελώς διαφορετικά η συναισθηματική ιστορία της ανθρωπότητας.

Είναι κάτι σαν το πατερ ημών αυτής της εκπομπής, πώς να το κάνουμε κι εχουμε καιρό να το ακούσουμε. Να σας πω και κάτι αστείο. Στις εμφανίσεις της Νατάσσας Μποφίλιου στο Μετρόπολις λάιβ κλπ ένα βραδυ στο τέλος του προγράμματος ο κόσμος όχι μόνο της ζητούσε να συνεχίσει αλλά ζήταγε κι αυτό το κομμάτι. Εκείνη το απέφευγε πεισματικά και της ήρθε η φαεινη ιδέα να πει: εντάξει θα τραγουδήσω αλλά ό,τι διαλέξει η Στέλλα -που ηταν εκεί κατά σύμπτωση. Κι η Στέλλα, παλιά καραβάνα, ζήτησε απλά να πει το : Αυτή η νύχτα μένει. Δεν μπορούσε να ξεφύγει πια η μικρή και….συγχωρέστε μου την έκφραση το έσκισε, πολύ μεγάλη ερμηνεία για λάιβ και μάλιστα απροετοίμαστο, γιατί, τα ξέρετε, τα λεγόμενο ανκόρ είναι προβαρισμένα ήδη. Κλείνει η παρένθεση κλείνει και το βεβιασμένο απόψε ιατρείο. Δεν ξέρω αν είναι αυτή η νυχτα που μένει αλλά για όλους μία νυχτα είναι για να μείνει σε όλη τη ζωή.
Advertisements