Η Θάλασσα είναι ο τελευταίος ίσως ισορροπιστής των ψυχικών μας μεταβολών που δεν έχουμε καταστρέψει ακόμα ολοσχερώς σ αυτόν τον πλανήτη. Ο καθένας τη χρησιμοποιεί με τον τρόπο του, για παρηγοριά για ευδαιμονία για ναυάγιο -αλλά εκείνη δεν θέτει όρους. Αφήνει να τη χειριζόμαστε ξέροντας πως το βύθισμα στο μπλε της τις περισσότερες φορές είναι καλύτερο κι από ανθρώπινη αγκαλιά. Βέβαια άμα θυμώσει καλό είναι να βρίσκεται κανείς πολύ πολύ μακριά της. Εμένα έτσι μ αρέσει, θυμωμένη. Και στις ταινίες που τη βλέπω πατάω την παύση και χάνομαι σ εκείνο το πελώριο κύμα που απειλεί το σύμπαν. Είναι το ανεξέλεγκτο και το θανάσιμο που εμπεριέχει τα οποία χρόνια τώρα τα νιώθω σαν ζωτικά όργανα του σώματός μου. Καλησπέρα σας.

Όταν σταματήσεις να παραμιλάς στον ύπνο σου τότε θα μπορέσεις να μιλήσεις κανονικά με τους ανθρώπους τη μέρα. Τότε οι λέξεις δεν θα είναι μαχαίρια που θα σε κόβουν και οι πληγές σου θα είναι πια παιχνίδι για την ιατρική. Όταν σταματήσεις να παραμιλάς στον ύπνο σου δεν θα χρειάζεται να ποζάρεις δίπλα σε μαύρους σκύλους γιατί θα βρίσκεις κάθε πρωί δίπλα στον καφέ σου κι από μια φωτογραφία από το απώτερο παρελθόν σου που θα προσπαθεί μέρα τη μέρα να διορθώσει το γενετικό σου κώδικα, ώστε να μη γεννηθείς λυπημένη.

Ααααααα καλά! και με άλλη αναπνοή θα μεθύσεις και το φως που τώρα θέλεις να το κρατήσεις μέσα σου θα το αλλάξεις αργότερα με κάποιο άλλο. Παγιδευόμαστε στον ενθουσιασμό του «για πάντα» σαν έφηβοι κι αυτό είναι καλό όσο έχεις ξεκάθαρο μέσα σου αυτό το «σαν» – σαν έφηβοι. Διαφορετικά κινδυνεύεις να εγκλωβιστείς σ επικίνδυνες αποστολές συναισθημάτων που θα σε βγάλουνε σύντομα άκυρο. Ο χρόνος δεν μοιράζεται δεν αλλάζει δεν γυρίζει πίσω δεν τρέχει μπροστά. Έχει τη δική του νομοτέλεια. Κι αν δεν την καταλάβεις εγκαίρως θα τρελαθείς ψάχνοντας στους γιατρούς γιατί συνέχεια γεννάς παιδιά με άσπρα μαλλιά.

Όποιος κοιμάται με παραμύθια ξυπνάει σε εφιάλτες. Επίτηδες το λέω, να σας τρομάξω. Γεμάτη κακία το λέω, να σας πειράξει. Επειδή κανείς δεν μου είπε ποτέ ένα παραμύθι στα πρέποντα χρόνια –αργότερα δεν έχω παράπονο, … ονερ ντόουζ-, δε γνώρισα παππούδες από κανέναν γονιό και οι γονέοι δεν την είχαν την τέχνη της τρυφερότητας, Κάτι: κοιμήσου Στελίξι θυμάμαι που είχαν και μια δόση απειλής στη χροιά τους. Δε βαριέστε. Ίσως γι αυτό μπορώ εγώ από καιρού εις καιρόν να ταιριάξω μιαν ιστορία και να την πω κι ίσως γι αυτό τα πιο σοβαρά μου λόγια έχουν τέτοιο βάρος που οι άνθρωποι τα περνάνε για παραμύθια και γελούν ανεπηρέαστοι.

Να και λίγο ελληνικό χιπ χοπ. Από τη Μελίνα Τανάγρη αυτή τη φορά, μια τραγουδοποιό άνιση. Ξεκίνησε με πάρα πολύ καλές προοπτικές, πρώτος δίσκος αν θυμάμαι γιατρέ μου τραγούδια ελληνόφωνα της κάτω Ιταλίας και μετά δυο σερί με δικά της κομμάτια ανάμεσα στα οποία υπήρχε αξιόλογο υλικό και μετά χάθηκε από το προσκήνιο. Δεν ξέρω αν αυτά τα ταχυδακτυλουργικά γίνονται και στη δισκογραφία του υπόλοιπου κόσμου, να βγαίνει ένας καλλιτέχνης, να δείχνει πως θα μας απασχολήσει σοβαρά και μετά να μη θυμόμαστε ούτε όνομά του πάντως εδώ συμβαίνει πάρα πολύ συχνά. Η κυρία Τανάγρη επανέκαμψε να πω μ έναν καινούργιο δίσκο που τιτλοφορείται Διπλό κλικ, φλερτάρει κατά βάση με χιπ χοπ ρυθμούς αλλά όπως παλιά έτσι και τώρα το κύριο όπλο της είναι ο στίχος. Αν προσέξατε αυτό που έπαιξε μόλις πριν καταλαβαίνετε τι λέω,

Μες τους ανθρώπους αυτοεξορίστηκα και οι άνθρωποι φρόντισαν να παραμείνω στην εξορία μου. Πηγαίνω στην πόλη μου και δεν θέλω να βγω έξω από το σπίτι. Δεν θέλω να την περπατήσω. Οι γνώριμες σκιές που νιώθω να με ακολουθούν ψιθυρίζουν έλα έλα, έχω πέντε χρόνια να πάω στον οικογενειακό τάφο τι νόημα έχει, έτσι κι αλλιώς κάθε πρωί η μάνα μου τινάζει τα χώματα από τα ρούχα της στο μαξιλάρι μου γι αυτό ξυπνάω τρομαγμένη. Ύστερα δεν θες ούτε να πιεις ούτε να μιλήσεις μόνο να κοιτάς να κοιτάς να βλέπεις αυτά που οι άλλοι δεν μπορούν, λένε ανέκδοτα και γελούν γελάς κι εσύ μαζί τους προσέχοντας μην πάρει κανείς χαμπάρι ότι το γέλιο σου παρά ένα ημιτόνιο είναι ένα κλάμα που δεν άρχισε ποτέ γι αυτό και δεν λέει να τελειώσει. Μες τους ανθρώπους αυτοεξοριζόμαστε γι αυτή την μικρή φιάλη οξυγόνο που κρύβουμε στην τσέπη και στην ετικέττα γράφει: Αγάπη -για ιατρική χρήση μόνο.

Γράφονται ακόμα αριστουργήματα σ αυτό το ερμο το ελληνικό τραγούδι κι ας το τραβανε τα σκυλιά από παντού. Και λέγοντας σκυλιά ΔΕΝ εννοώ τους αοιδούς. Δεν το παίζω συχνά γιατί με πειράζει αλλά κάθε φορά που το ακούω πέρα από τα προσωπικά συναισθήματα που γεννιούνται και τη συγκίνηση σκέφτομαι:; αυτή είναι η αθανασία. Δυο σπουδαίοι δημιουργοί του καιρού μας ο Μάνος Ελευθερίου και ο Θάνος Μικρούτσικος έγραψαν αυτό το κομψοτέχνημα για ένα από τα σκοτεινότερα ίσως μυαλά του 20ού αιώνα στην ελληνική διανόηση, τον ψυχίατρο και συγγραφέα Γιώργο Χειμωνά κι αυτό θα μείνει για πάντα. Οι δημιουργοί θα φύγουν κι αυτοί με τη σειρά τους ύστερα από πάαααρα πολλά χρόνια εύχομαι, αλλά το τραγούδι θα μείνει. Κι ίσως 30-40 χρόνια από σήμερα ένα νέο παιδί ρωτήσει ψάξει ζητήσει να μάθει ποιος ήταν επιτέλους αυτός ο Άμλετ της Σελήνης. Αυτή είναι η αθανασία. Αν η πολιτεία -λέμε τώρα- του έφτιαχνε κανέναν ανδριάντα το περισσότερο που θα κέρδιζε ο αποχωρήσας θα ήταν οι κουτσουλιές των περιστεριών.

Να την κάνεις καριέρα εξουσία χρήμα, ο,τι την κάνουν όλη δηλαδή την χωρίς αγάπη ζωή. Κι ύστερα μήπως την έχουμε… υπερεκτιμήσει αυτή την λεγόμενη αγάπη; Μήπως ονομάζουμε έτσι το καταφύγιο στο οποίο προστρέχουμε για να κρύψουμε τις φοβίες μας να ησυχάσουμε τις ενοχές μας να νιώσουμε ασφάλεια ακόμα κι όταν δεν μας αξίζει; Μήπως είναι η φωλιά που αφήνει το πουλί τα αυγά του πριν φύγει για πάντα για άλλην ήπειρο να σχετιστεί με άλλα πουλιά και να φτιάξει άλλες αγάπες; Πολλή φιλολογία έχει πέσει γύρω από το θέμα -όχι τώρα, από κτίσεως κόσμου. Έμπαινα στην Αθήνα τη Δευτέρα το βράδυ από Καβάλας και είδα εκεί δεξιά στα σκοτάδια τρεις ξανθιές κυρίες να περιμένουν, από τον καθρέφτη πρόσεξα ότι σταμάτησε ένα αυτοκίνητο πήρε τη μια, έφυγε. Κάθεσαι και σκέφτεσαι υπάρχει σήμερα ανάγκη γι αυτό το πράγμα; Σήμερα που μετά συγχωρήσεως κυκλοφορούν όλα στο πιάτο υπάρχουν άνθρωποι που θα πάνε να πληρώσουν κάτι από το δρόμο; Κι ύστερα είπα μήπως τελικά δεν πάνε για την πρακτική τους αλλά γι αυτή τη ριμάδα την αναγκεμένη ανθρώπινη αγκαλιά κι ας ξέρουν πως είναι ψεύτικη και πληρωμένη; Μήπως;

Από όλη την ασωτεία του κόσμου η θεία δίκη το Γιώργο τον αλήτη την κορμάρα βρήκε να τιμωρήσει. Στα χρόνια του αυτό το τραγούδι ήταν ζόρικο, σήμερα τα μόνα ζόρικα ειναι όσα βρίσκονται πίσω από τα κάγκελα των ψυχιατρείων. Κουνήσου μάγκα κι ριχτα φράγκα, νομίζετε έχει αλλάξει κάτι έκτοτε. Το θέμα είναι ποιος ακριβώς είναι ο μάγκας. Δισεπίλυτο. Επαρχία βρωμάει το τραγούδι, φτώχεια λεηλασία απόγνωση ένστικτο επιβίωσης με κάθε τρόπο πυρετό στα μάτια και άγνοια βέβαια. Βαθιά υπαρξιακή άγνοια που οδηγεί καρφί στο φονικό. Ολ τάιμ κλάσικ στόρυ.

Από την αρχή εκκρεμότητα ήταν αλλά εσύ δεν το έβλεπες, δεν θέλησες να το δεις. Προχωράμε με εικόνες που μόνοι μας ζωγραφίζουμε στα πρόσωπα και τα σώματα των άλλων κι όταν αρχίσουν να ξεθωριάζουν οι μπογιές αρχίζουν οι μετωπικές συγκρούσεις και τα πολλαπλά κατάγματα. Αλλά το ειπες και πιο πριν: στις σχέσεις μόνο η απουσία κρατάει μια σταθερότητα γιατι μπορεις και τη διαχειρίζεσαι μόνος σου δεν σου χρειάζςεται ο άλλος. Την κάνεις καλή την κάνεις κακή όπως σε βολεύει κάθε φορά η ανάμνηση αλλά η ζωή είναι εδώ ο ανθρωπός σου είναι εδώ και το ελάχιστο που έχεις να προσφέρεις είναι η ειλικρίνεια. Όχι δεν θα πεις ποτέ: εγώ αλλού αγάπησα αλλά εδώ θα ζήσω, απλά θα ζήσεις εκεί ανακαλώντας όλες τις αγάπες που σπατάλησες ανώφελα στη ζωή σου.

Advertisements