You are currently browsing the monthly archive for Ιουλίου 2009.

Αχ μωρέ μ αυτά τα πιστεύω, μεγαλώσαμε και τώρα δεν βρίσκουμε καταφυγή πουθενά. Οι άγριες επαναστάσεις που ονειρευτηκαμε, κάποιες εποχές μπορεί και να τις σχεδιάσαμε κιόλας, οι άγριες επαναστάσεις όχι μόνον δεν έγιναν ποτέ αλλά μας έκαναν και γραφικούς στις νεότερες γενιές που εχουν μητρική γλώσσα τα αγγλικά κι ας τις στέλνουμε σ’ ελληνικά σχολεία και ζουν για να βαριοούνται ξενυχτώντας άσκοπα στα κλαμπ της παραλιακής. Ούτε καν ερωτευμένα τα παιδιά. Κι εμείς μια φορά το μήνα σιδερώνουμε τις τρύπιες μας σημαίες και τις τυλίγουμε με καμφορά να μην τις φάει ο σκώρος να μην τις φάει ο χρόνος να μην τις φάει η λησμονιά. Που ξέρεις…. κάποτε… ενδεχομένως…. ένας χαρισματικός και γενναίος ανθρωπος να βρει το θάρρος και να ξεκινησει την Ιστορία από την αρχή. Αλλιώς. Καλησπέρα σας.

Δεν ήθελα να έρθω απόψε. Κουράζονται κι οι λέξεις. Αγαναχτούν πολλές φορες. Δεν θέλουν να γεννηθουν ξερουν τι τις περιμένει και αρνουνται να βγουν στο φως. Ήμουν και σε μεγάλα κέφια είναι η αλήθεια: Κάνοντας την αυτοκριτική μου σαν καλή Κνίτισα συνάντησα εκεί στο πάτωμα και την αυτοεκτίμησή μου. Τι πας και τους λές νυχτιάτικα των ανθρώπων; μονολογούσα όλη μερα. Τι τους ζαλίζεις το κεφάλι με τα δικά σου, εχουν δικά τους νοήματα να ξεκαθαρίσουν και μυστικά να ξεδιπλώσουν. Τελικά λειτουργώντας σαν τοξικομανης βρέθηκα πολύ καθυστερημένα από άποψη χρόνου στο κομπιούτερ να γράφω ιατρείο με τα μούτρα εκατό κιλά, αναζητώντας πάλι το ψέμα ότι τα τραγούδια είναι παρηγορία.

Θα σε διαψεύσω: ο Άδης δεν είναι σχήμα λόγου και σε καμιά περίπτωση ενδιάμεσος. Ο Άδης είναι προορισμός. Κατά τα λοιπά είμαστε απόλυτα σύμφωνοι. Άλλη αγάπη γύρευα εγώ/ πώς να με αγαπήσουνε οι άλλοι. Α ρε λέξεις-παγίδες που πιάνετε το πόδι από το ζωάκι και το τυραννάτε γιατί στο τέλος δε θα το σκοτώσετε θα το αφήσετε να φύγει, γιατι στο τέλος τέλος δεν ειστε φονιάδες απλοι λογάδες κυνηγοί μ’ ανεκπλήρωτα κυνηγια. Ξέρετε, όσοι εχουμε δουλειά μας -ας μην πω επάγελλμα- τις λέξεις τις γραμμένες είμαστε λίγο σαν τους ελεύθερους σκοπευτές. Κρυμμένοι σε μια στέγη ενός κτιρίου εντοπίζουμε με τον τηλεφασκό το θύμα και προχωράμε στην εκτέλεση. Θα μου πεις το παράκανες τώρα με τις μεταφορές, πως γίνεται αυτό; Γινεται και παραγίνεται. Να: μιλάω εγω τώρα, ο Πάνος πριν η Γιάννα μετά , όποιος από σας που ακούει εντοπίσει τη λέξη ή το νόημα-φονιά –που πρακτικά ερμηνευεται μ’ ένα πνιξιμο στολαιμό, ένα σφίξιμο στο στομάχι- ε, εκείνος είναι το θύμα. Γιατί κατάλαβε.

Ωχ μωρέ Παντελή πάλι με τα αυτονόητα παλεύεις. Αν είχες ξεχάσει επειδή πέρασε καιρός, τότε καλέ μου φίλε δεν είχε συμβει τιποτα σοβαρό. Μεγάλο μυστήριο η καρδιά και το μυαλό μας. Δεν ξέρω τι ψάχνουν και τι βρισκουν οι επιστήμονες στα εργαστήρια. πολύ θα ήθελα να είμαι εκεί κοντά τους και να μαθαίνω, αλλά το δικό μας σώμα το δικό μας μυαλό και η δική μας καρδιά είναι το μοναδικό μας αλφαβητάρι. Παρατηρω πώς μετά από μια μεγάλη φουρτούνα, από μιαν αναταραχή που γέμισε τις φλέβες σου με νέο αίμα κι είπες ,μωρέ μπορώ δε μπορώ εγώ θα έρθω μαζί σου ως την Ανταρκτική, πότε ξεκινάμε, μετά λοιπόν από μια τέτοια κατάσταση όπου φυσικά κανείς δεν ξεκίνησε για πουθενά, ερχεται μια μακρά περίοδος αδιοαφορίας, αφασίας. Είναι τόση η λύπη, ειναι πιο τόση η απογοήτευση και η πικρία γιατί ξέρεις πως έτσι έπρεπε να γίνει κι ας σε κομμάτιασε, που φτάνεις να μη σε νοιαζει καν αν έχεις μιαν αναπνοή ακόμα. Της ειδικότητάς μου είναι το περιστατικό, ξέρω, αλλά δεν σκοπεύω ν ασχοληθώ. Δεν με παίρνει.

Παίζει το Ποτέ μη χτυπάς με τον Μανώλη Μητσιά.

Λοιπον ξέρετε τι έγινε τελικά κ. Μητσιά; Έχοντας την… ατυχία θα το πω, στην εφηβεία μου να καταλάβω πάρα πολύ καλά το νόημα αυτού του τραγουδιού και να γίνει το συναισθηματικό μου μότο για πολλά χρόνια, σήμερα, τώρα, αιώνες μετά δηλαδή, αντιλαμβάνομαι ότι ζω κάνοντας το ακριβώς ανάποδο. Εγώ ειμαι που δεν ανοίγω την πόρτα που δεν σηκώνω τα τηλέφωνα που δεν απαντάω στα ηλεκτρονικά πλέον γράμματα. Εγώ είμαι που κλείνω τον κόσμο, τον δικό μου κόσμο απέξω κι οι φιλοι στενοχωριούνται, κάποιοι παρεξηγούνται κιολας -δεν τους αδικώ. Ο φίλος μου ο Γιάννης από δίπλα μου ειπε ότι είναι μια πολύ εγωιστική στάση αυτή γιατί υποχρεώνει τους άλλους να μ’ αναζητούν. Δεν το ειχα σκεφτει ποτέ έτσι και με πείραξε που το άκουσα. Με κρύο μυαλό τώρα λέω πως θεωρητικά έτσι είναι όπως το λέει ο Γιάννης αλλά, πρακτικά, αγαπημένε μου γείτονα και φίλε, νομίζω πως το νόημα είναι λίγο πιο φονικό. Δηλαδή: κουράστηκα, μη με κρατάτε άλλο, μη μου δίνετε αιτίες να συνεχίζω. Να κοιμηθώ θέλω μονο. Ίσως και για πάντα.

Μια εφηβεία ανηλεής κυρία Νικολακοπούλου για τα παιδιά εκείνης της εποχης που ειχαν ένα μυαλουδάκι κάπως γερό κι αποδελτίωναν τα λόγια των τραγουδιών και τα φύλαγαν στο κρυφό άλμπουμ της καρδιάς τους. Για τα παιδιά της δεκαετίας του 1970 που μεγάλωναν αναστατωμένα από όσα καταλάβαιναν να συμβαίνουν γύρω τους, στο μικρό τους κόσμο της οικογένειας και της κλειστής κοινωνίας και στον μέγα κόσμο της πατρίδας που άκουγε μονο εμβατήρια, καλαματιανά και τσάμικα. Κι αυτή η εφηβεία η καθόλου επιεικής για μας. έφερε την τραμπάλα της ενηλικίωσης ,το κυνήγι της τρέλας, τις κόκκινες συνταγές ,τις ματωμένες σχέσεις, τη φωτογραφία με το θανατο. Είμαστε ακόμα εδώ πολεμώντας τον ίδιο μας τον ίσκιο. Η λύπη και η κούρασή μας δεν υπήρξαν ποτέ φιλολογία και ποιητική αδεία. Το ήπιαμε το κρασί μας. Το κάψαμε το λάδι μας.

Πείτε ο,τι θέλετε. Αυτά τα δέκα λάμδα που βάζει ο Αντώνης Καλλλλλλλλλλλογιάννης σε κάθε λέξη που περιέχει το εν λόγω γραμμα της αλφαβήτου, εμένα μου αρέσει. Εσένα πάλι δεν σου αρέσουνε καθόλου οι λέξεις. Ώρες ώρες σκέφτομαι ότι μπορεί να τις μισείς κιόλας. Θα είναι σκληρό πάντως αν αυτός είναι ο μόνος λόγος που δεν μου έχεις παραχωρήσει ακόμα το αντίο.

Τα δικά μου παραμύθια μάλλον θα σε ταράξουν γιατί θα είναι γεμάτα πειρατικά καράβια φονικά και ανθρώπους που τους κυνηγάνε, οπότε καλύτερα να μη στα πω, γιατί θα σου πάρω τον ύπνο μια για πάντα. Όμως να θυμάσαι πάντα αυτό το μισό διαταγή μισό παράκληση: μόνο μην κλαίς, μόνο μην κλαις. Ναι γω από κει μπάζω. Από τα δάκρυα των ανθρώπων που αγαπώ.

Για μένα ήταν και ειναι πάντα ο φυσικός διάδοχος του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Η πάλαι ποτέ κραταιά βιομηχανία του δίσκου αλλά και κάποιοι συνάδελφοί του που είχαν και έχουν μέχρι σήμερα δύναμη και παρέμβασης και αλλοίωσης ορισμένων κατευθύνσεων, τον κράτησαν απέξω, τον τσάκισαν -λέω εγώ. Μιλάω για τον μεγάλο τραγουδιστη. Το Νίκο Δημητράτο

Αμέσως μετά την πήρε το ασθενοφόρο για το Αιγινίτειο. Αν ειχαν μιλιά τα ανδρικά πουκάμισα από τότε που εφευρέθηκε το σίδερο δεν θα υπήρχε αυτός ο κόσμος. Το πιο απλό που μπορω να σκεφτώ είναι το πουκάμισο να ουρλιάζει στη σύζυγο: άσε με τσαλακωμενο, δεν μπορω άλλο ν’ ακούω το βαλς των χαμένων σου ονείρων. Όπως και να ‘χει ημιτελείς σχέσεις συνάπτουμε που κρατιούνται για χάρη των παιδιών του περίγυρου της καριέρας. Το τέλος πέφτει εύκολα μόνο σαν μακέτα στις παλιές ελληνικές ταινίες. Στη ζωή δύσκολα. Αν κάποτε μαζευόντουσαν όλα τα ανείπωτα και φανέρωναν το περιεχόμενό τους θα γραφόταν εντελώς διαφορετικά η συναισθηματική ιστορία της ανθρωπότητας.

Είναι κάτι σαν το πατερ ημών αυτής της εκπομπής, πώς να το κάνουμε κι εχουμε καιρό να το ακούσουμε. Να σας πω και κάτι αστείο. Στις εμφανίσεις της Νατάσσας Μποφίλιου στο Μετρόπολις λάιβ κλπ ένα βραδυ στο τέλος του προγράμματος ο κόσμος όχι μόνο της ζητούσε να συνεχίσει αλλά ζήταγε κι αυτό το κομμάτι. Εκείνη το απέφευγε πεισματικά και της ήρθε η φαεινη ιδέα να πει: εντάξει θα τραγουδήσω αλλά ό,τι διαλέξει η Στέλλα -που ηταν εκεί κατά σύμπτωση. Κι η Στέλλα, παλιά καραβάνα, ζήτησε απλά να πει το : Αυτή η νύχτα μένει. Δεν μπορούσε να ξεφύγει πια η μικρή και….συγχωρέστε μου την έκφραση το έσκισε, πολύ μεγάλη ερμηνεία για λάιβ και μάλιστα απροετοίμαστο, γιατί, τα ξέρετε, τα λεγόμενο ανκόρ είναι προβαρισμένα ήδη. Κλείνει η παρένθεση κλείνει και το βεβιασμένο απόψε ιατρείο. Δεν ξέρω αν είναι αυτή η νυχτα που μένει αλλά για όλους μία νυχτα είναι για να μείνει σε όλη τη ζωή.
Η Θάλασσα είναι ο τελευταίος ίσως ισορροπιστής των ψυχικών μας μεταβολών που δεν έχουμε καταστρέψει ακόμα ολοσχερώς σ αυτόν τον πλανήτη. Ο καθένας τη χρησιμοποιεί με τον τρόπο του, για παρηγοριά για ευδαιμονία για ναυάγιο -αλλά εκείνη δεν θέτει όρους. Αφήνει να τη χειριζόμαστε ξέροντας πως το βύθισμα στο μπλε της τις περισσότερες φορές είναι καλύτερο κι από ανθρώπινη αγκαλιά. Βέβαια άμα θυμώσει καλό είναι να βρίσκεται κανείς πολύ πολύ μακριά της. Εμένα έτσι μ αρέσει, θυμωμένη. Και στις ταινίες που τη βλέπω πατάω την παύση και χάνομαι σ εκείνο το πελώριο κύμα που απειλεί το σύμπαν. Είναι το ανεξέλεγκτο και το θανάσιμο που εμπεριέχει τα οποία χρόνια τώρα τα νιώθω σαν ζωτικά όργανα του σώματός μου. Καλησπέρα σας.

Όταν σταματήσεις να παραμιλάς στον ύπνο σου τότε θα μπορέσεις να μιλήσεις κανονικά με τους ανθρώπους τη μέρα. Τότε οι λέξεις δεν θα είναι μαχαίρια που θα σε κόβουν και οι πληγές σου θα είναι πια παιχνίδι για την ιατρική. Όταν σταματήσεις να παραμιλάς στον ύπνο σου δεν θα χρειάζεται να ποζάρεις δίπλα σε μαύρους σκύλους γιατί θα βρίσκεις κάθε πρωί δίπλα στον καφέ σου κι από μια φωτογραφία από το απώτερο παρελθόν σου που θα προσπαθεί μέρα τη μέρα να διορθώσει το γενετικό σου κώδικα, ώστε να μη γεννηθείς λυπημένη.

Ααααααα καλά! και με άλλη αναπνοή θα μεθύσεις και το φως που τώρα θέλεις να το κρατήσεις μέσα σου θα το αλλάξεις αργότερα με κάποιο άλλο. Παγιδευόμαστε στον ενθουσιασμό του «για πάντα» σαν έφηβοι κι αυτό είναι καλό όσο έχεις ξεκάθαρο μέσα σου αυτό το «σαν» – σαν έφηβοι. Διαφορετικά κινδυνεύεις να εγκλωβιστείς σ επικίνδυνες αποστολές συναισθημάτων που θα σε βγάλουνε σύντομα άκυρο. Ο χρόνος δεν μοιράζεται δεν αλλάζει δεν γυρίζει πίσω δεν τρέχει μπροστά. Έχει τη δική του νομοτέλεια. Κι αν δεν την καταλάβεις εγκαίρως θα τρελαθείς ψάχνοντας στους γιατρούς γιατί συνέχεια γεννάς παιδιά με άσπρα μαλλιά.

Όποιος κοιμάται με παραμύθια ξυπνάει σε εφιάλτες. Επίτηδες το λέω, να σας τρομάξω. Γεμάτη κακία το λέω, να σας πειράξει. Επειδή κανείς δεν μου είπε ποτέ ένα παραμύθι στα πρέποντα χρόνια –αργότερα δεν έχω παράπονο, … ονερ ντόουζ-, δε γνώρισα παππούδες από κανέναν γονιό και οι γονέοι δεν την είχαν την τέχνη της τρυφερότητας, Κάτι: κοιμήσου Στελίξι θυμάμαι που είχαν και μια δόση απειλής στη χροιά τους. Δε βαριέστε. Ίσως γι αυτό μπορώ εγώ από καιρού εις καιρόν να ταιριάξω μιαν ιστορία και να την πω κι ίσως γι αυτό τα πιο σοβαρά μου λόγια έχουν τέτοιο βάρος που οι άνθρωποι τα περνάνε για παραμύθια και γελούν ανεπηρέαστοι.

Να και λίγο ελληνικό χιπ χοπ. Από τη Μελίνα Τανάγρη αυτή τη φορά, μια τραγουδοποιό άνιση. Ξεκίνησε με πάρα πολύ καλές προοπτικές, πρώτος δίσκος αν θυμάμαι γιατρέ μου τραγούδια ελληνόφωνα της κάτω Ιταλίας και μετά δυο σερί με δικά της κομμάτια ανάμεσα στα οποία υπήρχε αξιόλογο υλικό και μετά χάθηκε από το προσκήνιο. Δεν ξέρω αν αυτά τα ταχυδακτυλουργικά γίνονται και στη δισκογραφία του υπόλοιπου κόσμου, να βγαίνει ένας καλλιτέχνης, να δείχνει πως θα μας απασχολήσει σοβαρά και μετά να μη θυμόμαστε ούτε όνομά του πάντως εδώ συμβαίνει πάρα πολύ συχνά. Η κυρία Τανάγρη επανέκαμψε να πω μ έναν καινούργιο δίσκο που τιτλοφορείται Διπλό κλικ, φλερτάρει κατά βάση με χιπ χοπ ρυθμούς αλλά όπως παλιά έτσι και τώρα το κύριο όπλο της είναι ο στίχος. Αν προσέξατε αυτό που έπαιξε μόλις πριν καταλαβαίνετε τι λέω,

Μες τους ανθρώπους αυτοεξορίστηκα και οι άνθρωποι φρόντισαν να παραμείνω στην εξορία μου. Πηγαίνω στην πόλη μου και δεν θέλω να βγω έξω από το σπίτι. Δεν θέλω να την περπατήσω. Οι γνώριμες σκιές που νιώθω να με ακολουθούν ψιθυρίζουν έλα έλα, έχω πέντε χρόνια να πάω στον οικογενειακό τάφο τι νόημα έχει, έτσι κι αλλιώς κάθε πρωί η μάνα μου τινάζει τα χώματα από τα ρούχα της στο μαξιλάρι μου γι αυτό ξυπνάω τρομαγμένη. Ύστερα δεν θες ούτε να πιεις ούτε να μιλήσεις μόνο να κοιτάς να κοιτάς να βλέπεις αυτά που οι άλλοι δεν μπορούν, λένε ανέκδοτα και γελούν γελάς κι εσύ μαζί τους προσέχοντας μην πάρει κανείς χαμπάρι ότι το γέλιο σου παρά ένα ημιτόνιο είναι ένα κλάμα που δεν άρχισε ποτέ γι αυτό και δεν λέει να τελειώσει. Μες τους ανθρώπους αυτοεξοριζόμαστε γι αυτή την μικρή φιάλη οξυγόνο που κρύβουμε στην τσέπη και στην ετικέττα γράφει: Αγάπη -για ιατρική χρήση μόνο.

Γράφονται ακόμα αριστουργήματα σ αυτό το ερμο το ελληνικό τραγούδι κι ας το τραβανε τα σκυλιά από παντού. Και λέγοντας σκυλιά ΔΕΝ εννοώ τους αοιδούς. Δεν το παίζω συχνά γιατί με πειράζει αλλά κάθε φορά που το ακούω πέρα από τα προσωπικά συναισθήματα που γεννιούνται και τη συγκίνηση σκέφτομαι:; αυτή είναι η αθανασία. Δυο σπουδαίοι δημιουργοί του καιρού μας ο Μάνος Ελευθερίου και ο Θάνος Μικρούτσικος έγραψαν αυτό το κομψοτέχνημα για ένα από τα σκοτεινότερα ίσως μυαλά του 20ού αιώνα στην ελληνική διανόηση, τον ψυχίατρο και συγγραφέα Γιώργο Χειμωνά κι αυτό θα μείνει για πάντα. Οι δημιουργοί θα φύγουν κι αυτοί με τη σειρά τους ύστερα από πάαααρα πολλά χρόνια εύχομαι, αλλά το τραγούδι θα μείνει. Κι ίσως 30-40 χρόνια από σήμερα ένα νέο παιδί ρωτήσει ψάξει ζητήσει να μάθει ποιος ήταν επιτέλους αυτός ο Άμλετ της Σελήνης. Αυτή είναι η αθανασία. Αν η πολιτεία -λέμε τώρα- του έφτιαχνε κανέναν ανδριάντα το περισσότερο που θα κέρδιζε ο αποχωρήσας θα ήταν οι κουτσουλιές των περιστεριών.

Να την κάνεις καριέρα εξουσία χρήμα, ο,τι την κάνουν όλη δηλαδή την χωρίς αγάπη ζωή. Κι ύστερα μήπως την έχουμε… υπερεκτιμήσει αυτή την λεγόμενη αγάπη; Μήπως ονομάζουμε έτσι το καταφύγιο στο οποίο προστρέχουμε για να κρύψουμε τις φοβίες μας να ησυχάσουμε τις ενοχές μας να νιώσουμε ασφάλεια ακόμα κι όταν δεν μας αξίζει; Μήπως είναι η φωλιά που αφήνει το πουλί τα αυγά του πριν φύγει για πάντα για άλλην ήπειρο να σχετιστεί με άλλα πουλιά και να φτιάξει άλλες αγάπες; Πολλή φιλολογία έχει πέσει γύρω από το θέμα -όχι τώρα, από κτίσεως κόσμου. Έμπαινα στην Αθήνα τη Δευτέρα το βράδυ από Καβάλας και είδα εκεί δεξιά στα σκοτάδια τρεις ξανθιές κυρίες να περιμένουν, από τον καθρέφτη πρόσεξα ότι σταμάτησε ένα αυτοκίνητο πήρε τη μια, έφυγε. Κάθεσαι και σκέφτεσαι υπάρχει σήμερα ανάγκη γι αυτό το πράγμα; Σήμερα που μετά συγχωρήσεως κυκλοφορούν όλα στο πιάτο υπάρχουν άνθρωποι που θα πάνε να πληρώσουν κάτι από το δρόμο; Κι ύστερα είπα μήπως τελικά δεν πάνε για την πρακτική τους αλλά γι αυτή τη ριμάδα την αναγκεμένη ανθρώπινη αγκαλιά κι ας ξέρουν πως είναι ψεύτικη και πληρωμένη; Μήπως;

Από όλη την ασωτεία του κόσμου η θεία δίκη το Γιώργο τον αλήτη την κορμάρα βρήκε να τιμωρήσει. Στα χρόνια του αυτό το τραγούδι ήταν ζόρικο, σήμερα τα μόνα ζόρικα ειναι όσα βρίσκονται πίσω από τα κάγκελα των ψυχιατρείων. Κουνήσου μάγκα κι ριχτα φράγκα, νομίζετε έχει αλλάξει κάτι έκτοτε. Το θέμα είναι ποιος ακριβώς είναι ο μάγκας. Δισεπίλυτο. Επαρχία βρωμάει το τραγούδι, φτώχεια λεηλασία απόγνωση ένστικτο επιβίωσης με κάθε τρόπο πυρετό στα μάτια και άγνοια βέβαια. Βαθιά υπαρξιακή άγνοια που οδηγεί καρφί στο φονικό. Ολ τάιμ κλάσικ στόρυ.

Από την αρχή εκκρεμότητα ήταν αλλά εσύ δεν το έβλεπες, δεν θέλησες να το δεις. Προχωράμε με εικόνες που μόνοι μας ζωγραφίζουμε στα πρόσωπα και τα σώματα των άλλων κι όταν αρχίσουν να ξεθωριάζουν οι μπογιές αρχίζουν οι μετωπικές συγκρούσεις και τα πολλαπλά κατάγματα. Αλλά το ειπες και πιο πριν: στις σχέσεις μόνο η απουσία κρατάει μια σταθερότητα γιατι μπορεις και τη διαχειρίζεσαι μόνος σου δεν σου χρειάζςεται ο άλλος. Την κάνεις καλή την κάνεις κακή όπως σε βολεύει κάθε φορά η ανάμνηση αλλά η ζωή είναι εδώ ο ανθρωπός σου είναι εδώ και το ελάχιστο που έχεις να προσφέρεις είναι η ειλικρίνεια. Όχι δεν θα πεις ποτέ: εγώ αλλού αγάπησα αλλά εδώ θα ζήσω, απλά θα ζήσεις εκεί ανακαλώντας όλες τις αγάπες που σπατάλησες ανώφελα στη ζωή σου.

Να το διευκρινίσουμε λίγο αυτό. Ναι, μου τα λένε να σας τα πω, αλλά δεν βρίσκω κανέναν λόγο ντροπής επί αυτού. Ποιοι μου τα λένε; Όλοι. Τα βιβλία που διαβάζω, οι ταινίες που βλέπω, οι συναναστροφές μου, οι κουβέντες των φίλων μου, εσείς με τα μηνύματά σας, η ζωή εκεί έξω, ο ταξιτζής με τον οποίο μίλησα γαλλικά τώρα που ανέβαινα τη Μεσογείων. Βλέπω ακούω γεύομαι, φιλτράρω, σκέφτομαι μιλάω. Ωραίο βγήκε αυτό -να το πουλήσω σε κανέναν στιχουργό. Δεν υπάρχει παρθενογένεση. Ό,τι λέμε ό,τι κάνουμε έχει ξαναγίνει εκατομμύρια φορές. Το χιλιοστό του χιλιοστού της λεπτομέρειας προσπαθούμε να βάλουμε ο καθένας, έτσι για να λέμε ότι περάσαμε κι εμείς από αυτό το χώμα. Εφτά χρόνια ανεβοκατεβαίνω τέτοια ώρα στην ΕΡΤ πρώτη φορά είδα κόσμο στην είσοδο την περασμένη Τετάρτη. Λέω κάτι έγινε. Έγινε… η αφισέτα που είχε το τζάμι: απαγορεύεται το κάπνισμα εντός του κτιρίου. Γι αυτό και βγήκαν έξω οι άνθρωποι να πάρουν τη δόση τους. Κάνανε και παρέα με την ευκαιρία. Βλέπεις Γρηγόρη κάθε κακό σέρνει πίσω του ένα καλό. Βέβαια εσύ θεωρείς καλό την παρέα και κακό το κάπνισμα ενώ εγώ το αντίθετο., Αλλά ας μη σταθούμε σε λεπτομέρειες ακόμα. Θα παιχτεί σκληρό παιχνίδι έτσι κι αλλιώς με το τσιγάρο. Θα δείτε και θα τα πούμε. Καλησπέρα σας.

Μια ζωή παραμύθι κι όνειρο γαμώ την ωριμότητά που δεν ήρθε ποτέ και άι σιχτίρ η ενηλικίωση που δεν επιβιβάστηκε ποτέ στο τρένο για τα μέρη μου. Κουράστηκα να μαζεύω από τα χαντάκια τα πτώματα από τις ηλικίες των λαθών μου. Βαρέθηκα η μόνη μου επένδυση να είναι οι άνθρωποι και στους ισολογισμούς να βλέπω μόνο λευκές σελίδες και σκισμένες φωτογραφίες. Η λογική μου και η τρέλα μου είναι ένα πακέτο. Ή το παίρνεις ή το αφήνεις. Εσύ εγώ κι οι φόβοι κι οι δρόμοι κι οι αλήτες που καταφέραμε να ΜΗ γίνουμε, γενναίοι άνθρωποι τάχαμου, διαψεύσαμε τις βιβλιογραφίες, δεν γίναμε παραπτωματικοί, παρά τις γενετικές προδιαγραφές μας ΚΑΙ; Και τι έγινε; Κερδίσαμε ποτέ ένα χαμόγελο όλο δικό μας;

Καλά μιλάμε για προϊστορία. Το φωτεινό ποδήλατο ο νυχτερινός ταχυδρόμο -ς αμ το άλλο; Η ερωτική επιστολή; Από ποιο πλανήτη έπεσε αυτός άνθρωπος; Από ποιο γαλαξιακό σύστημα από ποιο χωροχρόνο; Αν τον πάρουμε και τον ρίξουμε μέσα στο φέιςμπουκ θα τρελαθεί. Άντε να του εξηγήσεις ότι οι ταχυδρόμοι φέρνουν αποκλειστικά και μόνο λογαριασμούς, τα φωτεινά ποδήλατα σκουριάζουν στα παιδικά μας όνειρα όσο για τις ερωτικές επιστολές δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον να γράφει σήμερα τέτοιο πράγμα. Η τεχνολογία έχει δώσει όλες τις λύσεις δόξα τω σατανά. Μπαίνεις σ’ αυτό το βιβλίο με τις φάτσες βρίσκεσαι ξαφνικά με 3156 φίλους, μαθαίνεις νέα τους που δεν σε αφορούν πουθενά, οι καλλιτέχνες της αρεσκείας σου σ΄ ενημερώνουν ακόμα και τι ώρα έβηξαν το πρωί, μέχρι τάβλι παίζεις άμα θέλεις, και τη νύχτα, άμα συναντήσεις κανένα κανονικό, σάρκινο άνθρωπο του λες: επικοινώνησα με πολύ κόσμο σήμερα! Ο πλανήτης αδειάζει από ζωή παιδιά, το καταλαβαίνουμε ή… επικοινωνούμε;

Άλλος σύγχρονος Έλλην αυτός! Τα βράδια αφήνει την πόρτα του ανοιχτή και μπαίνουνε στο σπίτι του τα δέντρα. Ε δεν έχει γιατρειά το πράγμα. Οι χρήστες της ποίησης είναι απείρως λιγότεροι από τους καπνιστές. Γιατί δεν κάνει μια επιχείρηση-σκούπα η αστυνομία να τους μαζέψει, ένα σκάρτο βράδυ θα της πάρει, και να τους στείλει σε κανένα ωραίο νησάκι να διαβάζουν με την ησυχία τους; Ξέρεις τι είναι να ‘ρθει -λέμε τώρα- το παιδί σου από το σχολείο και να τραγουδάει ένα τραγούδι με λόγια του Δημήτρη Λέντζου σαν κι αυτό που μόλις ακούσαμε; Τι θα κάνει ο γονιός; Θα το δείρει μια, θα το δείρει δυο ε δε θα το σκοτώσει κιόλας. Θα ζει με τον τρόμο της πανδημίας. Γιατί η ευαισθησία και η σκέψη συχνά… με-τα-δί-δο-νται και στους άλλους.

Ωραία. Το συναίσθημα μας έλειπε τώρα για να ολοκληρωθεί η κρίση θυμού. Θα μου πείτε: γιατί τα βάζεις με τους δικούς μας και δεν τα λες απ’ ευθείας σ αυτούς που σε πείραξαν; Επειδή κατά βάση με τον εαυτό μου τα έχω . Επειδή μέχρι πριν λίγες ώρες κι αυτοί που με πείραξαν, δικοί μας νόμιζα πως ήταν.

Άντε να έρθουμε στα δικά μας λίγο. Στα παράπονά μας και στο άδικο που μας έχει πάρει μονότερμα, πάει δεύτερος χρόνος φέτος. Πάντα, πάντα εκεί, ναι ρε Σταμάτη. Γιατί μια φορά σε διώχνουνε, μια φορά σε βιάζουνε καθ’ οιονδήποτε τρόπο, μια φορά σε χτυπούν ζέχνοντας πιοτό, μια φορά σε πατάνε κάτω για να σου περάσουν το αίσθημα του είσαι ένα τίποτα, αλλά… και μια φορά αγαπάς μια φοράς φιλάς τα χείλη του άλλου μια φορά προδίδεις και προδίδεσαι μια φορά σκοτώνεσαι για λάθος πρόσωπο. Η επανάληψη που ζούμε δεκάδες φορές μετά, στην υπόλοιπη ζωή μας, δεν είναι μήτηρ μαθήσεως είναι μητριά πατρίδα. Έτσι λοιπόν. Πάντα εκεί. Στον τόπο του εγκλήματος. Όμορφοι και ηττημένοι που θα έλεγε και ο Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης.

Αυτό τα πολύ παλιά χρόνια, πίνανε τον καφέ γιατί η λογοκρισία δεν πέρασε στο τραγούδι την αλήθεια που ήταν ο αργιλές. Σήμερα οι μάγκες φοβάμαι ότι πίνουν χάπια. Πολλά χάπια, Όχι κόκες κι εκστάσεις και όλα αυτά τα «με μια άσπρη ξεχνιέμαι» των πλουσίων, χάπια χαπένια και πολύ σπέσιαλ μάλιστα. Άλλο για τη διαχείριση θυμού, άλλο για τη διαχείριση των νεύρων, άλλο για να κοιμάσαι, άλλο για να ξυπνάς στοιχειωδώς ευδιάθετος, άλλο για να μη σκοτώσεις τρεις μέχρι να πας στη δουλειά σου, άλλο για ν’ αντέχεις το γεγονός ότι είσαι άνεργος, απίστευτη ποικιλία. Οι μάγκες, τα καμένα χαρτιά δηλαδή, χαράματα η ώρα τρεις δεν ξυπνάνε κανέναν, όλοι στο πόδι είναι και δακρύζουν κρυφά γιατί εκείνος ο γονιός που τους άφησε με το καλαθάκι στο πλάι, στις γραμμές του τρένου, δεν είχε τη δύναμη ν’ αφήσει το καλάθι μέσα στις γραμμές.

Κάτι έχω με τα τρένα εγώ τώρα τελευταία. Είναι καιρός που πηγαινόρχονται μέσα κι έξω μου κι ακόμα δεν έχω συλλάβει τη σημειολογία του συμβαίνοντος. Κι όπως θα έλεγε κι ένας άνθρωπος που πραγματικά μ αγαπάει,: η ζωή τρέχει Στέλλααααα, άσε τη σημειολογία και ξεκίνα επιτέλους. ;O,τι τρένο προλάβεις τώρα πια.

Μωρέ εγώ ξέρω που είναι το θέμα. Αλλά για να ξέρει και ο κόσμος, τι αγαπούσες τελικά πιο πολύ: τον άνθρωπο ή το ψέμα; Είναι αυτά τα τάχα μου αμφίσημα που μου τη δίνουνε στα νεύρα. Πείτε παιδιά αυτό που θέλετε. δεν είναι ντροπή η αγάπη, δεν είναι όνειδος. Πείτε την τη ρημάδα. Κι αν δεν έχει επιστροφή δεν πειράζει. Τουλάχιστον να ζει με το βάρος της και ο άλλος. να μην την κουβαλάει συνέχεια ένας μόνος του.

Έξαλλη γίνομαι πλέον κάθε φορά που ακούω τραγούδι σου Κώστα Τριπολίτη. Τούρκος μουσουλμάνος και Οθωμανός μαζί και ταυτοχρόνως. Θέλω να το σανιδώσω και να περάσω από πάνω σου. Όσα ιδεολογικά δίκια και να έχεις, ότι η σιωπή είναι πολιτική πράξη, όσο και πεισματικά να ντουμανιάζεις το καβούκι σου, δεν είναι τελικά δικαίωμά σου η σιωπή της τέχνης σου. Εχουμε απόλυτη ανάγκη από την χειρουργική σου αλήθεια, από την ωμότητα της παρατήρησης και τη δύναμη της αυτοκριτικής που έκανες πάντα στα τραγούδια σου. Στέρεψες; Τόσος ήσουν; Δεν το πιστεύω. Κι αλήθεια να είναι να την αντιστρέψεις. Να ξε-στερέψεις. Θέλω αυτό το ματωμένο ένας και κρυφτό των σχέσεων να μας το διατυπώσεις σήμερα, τον Ιούλιο του 2009.

Παίζει το Κλείσε τα μάτια σου με το Νίκο Πορτοκάλογλου και τη Μελίνα Κανά

Ε ναι πάντα αυτό θα είναι το τραγούδι που θα ορίζει το πέρασμά σου στη ζωή μου, ό,τι κι αν γίνει όπου κι αν ξεβραστούν τελικά τα πτώματά μας. Δεν ήρθαν όλα όπως έπρεπε ή όπως το παλέψαμε, αλλά εγώ 13 χρόνια τώρα δεν έχω σταματήσει να κάνω κάθε βράδυ τη διαδρομή Ναύπλιο-Νέα Κίος μέχρι κάποιος να μου τραβήξει πάλι εν κινήσει το χειρόφρενο. Εσύ κάνε ό,τι νομίζεις.