Όσοι το περιμένατε κάνατε λάθος, όσοι δεν το περιμένατε μάλλον μ’ έχετε καταλάβει καλύτερα. Όχι δεν θα κάνω αφιέρωμα στο Μάνο Χατζιδάκι. Του αφιερώθηκαν όλοι προχθές. Δεν το λέω απαξιωτικά αλλά προσωπικότητες σαν κι αυτήν κάποια στιγμή γίνονται ιδέες, ιδεολογίες, οπότε ζεις σύμφωνα μ αυτές και τους είσαι αφιερωμένος κάθε μέρα. Πάμε στη δουλειά μας λοιπόν.
Θεοί! πόσα μα πόσα χρόνια έχω ν ακούσω αυτό το τραγούδι, τη Μικρή Νανώ. Γνώρισε μεγάλες δόξες στην εποχή του και το ραδιόφωνο -που ήταν τότε μόνον κρατικό- το έπαιζε συνέχεια. Τ’ ακούγαμε κι εμείς μικρά παιδιά και μαθαίναμε την τρυφερότητα. Η Πόπη Αστεριάδη το τραγούδησε ο ζωγράφος τότε και μετέπειτα και συγγραφέας Νίκος Χουλιαράς υπέγραψε τη μουσική και τα λόγια. Ναι ανήκει σ εκείνη την, από άλλους υπερεκτιμημένη κι από άλλους υποτιμημένη, εποχή του τραγουδιού που ονομάστηκε Νέο Κύμα. Ήταν ένα κύμα πάντως πολύ συνυφασμένο με την κοινωνία της εποχής κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα και κοινωνούσε τους ακροατές του ποίηση και μουσική αναμφισβήτητης αισθητικής και αξίας, πολεμώντας με επιτυχία την ανοσία της άγνοιας που θα έλεγε και ο Σπύρος Αραβανής μισόν περίπου αιώνα αργότερα, δηλαδή σήμερα. Μεσολάβησε μια δικτατορία που όχι μόνο ανακάτεψε τη χύτρα αλλά βρώμισε πολύ και τα υλικά και άργησε αρκετά το έντεχνο τραγούδι να ξαναβρεί το δρόμο του. Δεν είμαι ειδικός, ιστορικός, μουσικολόγος, είμαι και θα είμαι ως το τέλος μια ακροάτρια τραγουδιών και ραδιοφώνου, μια αναγνώστρια βιβλίων, αλλά έχω τη γνώμη ότι χωρίς τη Μικρή Νανώ και ό,τι εξέφρασε και δημιούργησε το Νέο Κύμα η ιστορική πορεία του τραγουδιού μπορεί να ήταν και άλλη. Καλησπέρα σας.

Εγώ το αγόρασα Αρλέτα αυτό το Ερειπωμένο σπίτι αλλά με κορόιδεψαν. Σκόπευα μάλιστα να το κατοικήσω ακριβώς όπως ήταν, χωρίς ανακαινίσεις επιδιορθώσεις κλπ Να μπω μέσα και να ζήσω μαζί του τη φυσική φθορά του χρόνου, και τη δική του και τη δική μου. Αλλά με γελάσανε. Δεν μου είπαν ότι η ιστορία του υπήρξε λαμπρή, με δεξιώσεις και ασημικά με τζάκια, ακριβά κονιάκ, βιβλιοθήκες για ν, αποσύρονται οι άντρες να καπνίζουν το πούρο τους. Τι μ ενδιέφεραν εμένα όλα αυτά; Ήταν και ιδεολογικό το θέμα. Τι να μου πει η ιστορία των ξεπεσμένων αστών; Εγώ όταν το αγόραζα πασιχαρής νόμιζα ότι έμπαινα στο χώρο που γεννήθηκαν, ανατράφηκαν και έδρασαν γενιές δολοφόνων, απατεώνων, εγκληματιών. Περίμενα ν’ ακούσω από τους υγρούς τοίχους ιστορίες πατροκτονίας και να δω στους ραγισμένους καθρέφτες παιδικά πρόσωπα έντρομα μπροστά στην ενηλικίωσή τους. Περίμενα να τρίζουν οι σκάλες και πίσω από τις κλειστές πόρτες των δωματίων ν΄ακούω φωνές άλλοτε έρωτα κι άλλοτε φονικού. Ήθελα ένα σπίτι με πραγματική ζωή. Μου πούλησαν ένα με τα εγκλήματα λουστραρισμένα. Ποιον να εμπιστευτείς πια;

Παίζει η Πρωσοπογραφία

Ένα ξεχασμένο τραγούδι με τη σπουδαία Μαρία Δημητριάδη από τη συνεργασία της με τον συνθέτη Τάσο Καρακατσάνη. Καπέλα λεγόταν ο δίσκος, η ποίηση και τα κείμενα ήταν του Γιώργου Χρονά, και είχε κυκλοφορήσει από τον Σείριο του Μάνου Χατζιδάκι ζώντος του ιδίου βεβαίως. Είναι απίστευτο τι βρίσκεις ψάχνοντας κι είναι ακόμα πιο απίστευτο τι θησαυρούς έχει το ευλογημένο τραγούδι αυτής της χώρας. Δεν πειράζει, σιγά σιγά θα αποκαλυφθεί ό,τι αξίζει.

Παίζει το Τι νέοι φτάσαμε ως εδώ με τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο

Από τα ωραιότερα και πιο προσωπικά κείμενα του Κώστα Καρυωτάκη κατά τη γνώμη μου. Όντως πολύ νέος έφτασε ως εκεί και ποιος θα πει με σιγουριά τίνος το δάκτυλο τράβηξε τη σκανδάλη; Το δάχτυλο της Πρέβεζας, του δημοσίου, της ωχράς σπειροχαίτης, του βεβαρημένου ψυχισμού; Ο ήχος του όπλου θα ηχεί πάντα στ’ αυτιά των λεπταίσθητων ανθρώπων που έχουν το καταραμένο χάρισμα να μπαινοβγαίνουν στις ζωές των άλλων ΝΙΩΘΟΝΤΑΣ τους. Αυτό που απλά λέμε, έλα στη θέση μου, και που ελάχιστοι μπορούν να το καταφέρουν ουσιαστικά. Να δουν το έγκαυμα και να νιώσουν τον τρόμο της φωτιάς, να ακούσουν το ουρλιαχτό και να αισθανθούν στο σώμα τους τη βία που υφίσταται ο άλλος. Δεν μιλώ μεταφυσικά ούτε μεταφορικά. Είναι λέω παιχνίδια αυτά του μυαλού και της καρδιάς που σε κρατούν μετέωρο ανάμεσα στους δύο κόσμους έτσι που και ο θεός να διστάζει και ο διάβολος να έχει αμφιβολίες για πάρτη σου.

Να κλείσω αυτή τη μικρή αναφορά στους ποιητές με το πασίγνωστο πλέον των Αναγνωστάκη-Θεοδωράκη αλλά με την ερμηνεία της Νένας Βενετσάνου που έχει ακουστεί και τόσο πολύ νομίζω. Δρόμοι μου παλιοί το έχω παρακάνει το ξέρω αλλά λέω την άλλη εβδομάδα να το κάνω το προσκύνημα. Δεν έχω κάτι καινούργιο να σας πω αλλά εσείς όλο και κάτι θα έχετε να μου θυμίσετε που δεν το έχουμε ξαναπεί. Κάθε φορά που έρχομαι φρικάρω όλο και περισσότερο. Δεν είναι αυτή η πόλη μου, η πόλη μας, δεν μεγαλώσαμε εδώ, μέσα στα μπαρ και τις καφετέριες, μέσα στα στίφη των κατοίκων του Σαββατοκύριακου που άλλαξαν τελείως τη φυσιογνωμία της πόλεως. Όπως τα Ζωνιανά κάνανε το Ρέθυμνο μια πόλη μες στο φόβο -καλά τα λέω κουμπάρε;- έτσι και ο εσωτερικός τουρισμός έκανε το Ναύπλιο και κάθε Ναύπλιο μια πόλη μες στη γλίτσα του εμπορίου. Ο κ. Σαράφης από τα Τρίκαλα πρέπει να μας σκεφτεί, έχουμε περισσότερο κόσμο από το Παρίσι. Εξέλιξη το λένε. Δεν ξέρω. Προσωπικά δεν εξελίχθηκα σε κάτι, αντίθετα κλείστηκα ακόμα περισσότερο στις αναμνήσεις μου, πράγμα που εδώ που τα λέμε, στην περίπτωσή μου δεν είναι και το καλύτερο ζητούμενο.

Έτσι όπως το θέτεις, όντως, δεν ήμουν εγώ για ταξίδια. Κι έκατσα στην άκρη μου. Γιατί εσύ ταξίδι λες τις διαδρομές, το γύρισμα του κόσμου, ενώ εγώ ταξίδι λέω εκείνα τα φτερά που βγάζει η πλάτη μου κάθε φορά που ένας άνθρωπος έρχεται να μου εμπιστευτεί τα δάκρυά του. Άλλη γλώσσα άλλη γενιά δεν γεφυρώνονται οι αποστάσεις και με το μεγαλύτερο κόπο ακόμα. Και ναι θα πεθάνω με το παράπονο ότι δεν γύρισα τον κόσμο αλλά είμαι σίγουρη πως εκεί που είχα την καρέκλα μου και καθόμουν ολόκληρη ζωή ακίνητη θα φυτρώσει κάποτε στοργή για όλα τα αδέσποτα. Ζώα και παιδιά.

Αλέξανδρε Εμμανουηλίδη το λέω δημόσια: μου έχεις κάνει ζημιά μ’ αυτό το τραγούδι. Κομμάτια γίνομαι κάθε φορά που το ακούω. Η, επιτρέψτε τη λέξη, φωνάρα ήταν της Μαρίας Παπαγεωργίου. Τα έχουμε ξαναπεί, όχι δεν υπάρχει δίσκος στην αγορά, μόνο στο συρτάρι των παιδιών. Αλλά ποτέ μου δεν πίστεψα στα χαμένα ταλέντα. Στις χαμένες μετριότητες ναι. Αυτά τα δυο παιδιά, ο καθένας από μόνος του αλλά και σαν συνεργάτες –γιατί η Μαρία είναι μουσικός και η ίδια- έχουν πολύ ωραίο αίμα για να μη ρεύσει. Μπορεί να τα δυσκολεύουνε να τα μπουρδουκλώνουνε να τα καθυστερούν αλλά θα την βρουν την άκρη. Αλέξανδρε και Μαρία σαν το τραγούδι σας: Όμορφοι πάντα ηττημένοι ποτέ.

Παίζει το Όλα συμβαίνουν στο μυαλό μας με τον Χρήστο Νικολόπουλο

Νομίζω ότι αυτό το τραγούδι είναι ο ακριβέστερος ορισμός της διπλής κρυφής ζωής όχι της Βερόνικα αλλά του καθενός μας. Λέμε διπλή ζωή συνήθως την ταυτόχρονη ροή των σχέσεων, στα αστυνομικά χρονικά εννοούν περιπτώσεις δόκτορος Τζέκυλ Μίστερ Χάιντ, στην ψυχιατρική φαντάζομαι θα εννοούν εκατοντάδες περισσότερα πράγματα. Και όμως στην πραγματικότητα είναι πιο απλό το σχήμα. Η διπλή κρυφή ζωή είναι αυτή που ζεις στο μυαλό σου, είναι το: σε ποιον έρωτα χρωστάω, είναι το πόσες άλλες αγάπες παραμέρισες ή άφησες να σε παραμερίσουν για να προσγειώσεις το σκάφος σου σ’ αυτήν που τελικά ζεις. Για να είμαι ειλικρινής δε γνωρίζω τι είναι το πιο σωστό το πιο κοντά σου: αυτό που επέλεξες να ζήσεις ή εκείνο που αποφάσισες να σκέφτεσαι μόνο. Στο δεύτερο καταφεύγουμε σε κάθε ζόρι γιατί έρχεται καμιά φορά και γίνεται απωθημένο αλλά δεν είμαι σίγουρη πως θα ήταν όντως το ασφαλέστερο. Ίσως να ήταν το πιο επικίνδυνο και γι αυτό να μην…

Advertisements