You are currently browsing the monthly archive for Ιουνίου 2009.

Όσοι το περιμένατε κάνατε λάθος, όσοι δεν το περιμένατε μάλλον μ’ έχετε καταλάβει καλύτερα. Όχι δεν θα κάνω αφιέρωμα στο Μάνο Χατζιδάκι. Του αφιερώθηκαν όλοι προχθές. Δεν το λέω απαξιωτικά αλλά προσωπικότητες σαν κι αυτήν κάποια στιγμή γίνονται ιδέες, ιδεολογίες, οπότε ζεις σύμφωνα μ αυτές και τους είσαι αφιερωμένος κάθε μέρα. Πάμε στη δουλειά μας λοιπόν.
Θεοί! πόσα μα πόσα χρόνια έχω ν ακούσω αυτό το τραγούδι, τη Μικρή Νανώ. Γνώρισε μεγάλες δόξες στην εποχή του και το ραδιόφωνο -που ήταν τότε μόνον κρατικό- το έπαιζε συνέχεια. Τ’ ακούγαμε κι εμείς μικρά παιδιά και μαθαίναμε την τρυφερότητα. Η Πόπη Αστεριάδη το τραγούδησε ο ζωγράφος τότε και μετέπειτα και συγγραφέας Νίκος Χουλιαράς υπέγραψε τη μουσική και τα λόγια. Ναι ανήκει σ εκείνη την, από άλλους υπερεκτιμημένη κι από άλλους υποτιμημένη, εποχή του τραγουδιού που ονομάστηκε Νέο Κύμα. Ήταν ένα κύμα πάντως πολύ συνυφασμένο με την κοινωνία της εποχής κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα και κοινωνούσε τους ακροατές του ποίηση και μουσική αναμφισβήτητης αισθητικής και αξίας, πολεμώντας με επιτυχία την ανοσία της άγνοιας που θα έλεγε και ο Σπύρος Αραβανής μισόν περίπου αιώνα αργότερα, δηλαδή σήμερα. Μεσολάβησε μια δικτατορία που όχι μόνο ανακάτεψε τη χύτρα αλλά βρώμισε πολύ και τα υλικά και άργησε αρκετά το έντεχνο τραγούδι να ξαναβρεί το δρόμο του. Δεν είμαι ειδικός, ιστορικός, μουσικολόγος, είμαι και θα είμαι ως το τέλος μια ακροάτρια τραγουδιών και ραδιοφώνου, μια αναγνώστρια βιβλίων, αλλά έχω τη γνώμη ότι χωρίς τη Μικρή Νανώ και ό,τι εξέφρασε και δημιούργησε το Νέο Κύμα η ιστορική πορεία του τραγουδιού μπορεί να ήταν και άλλη. Καλησπέρα σας.

Εγώ το αγόρασα Αρλέτα αυτό το Ερειπωμένο σπίτι αλλά με κορόιδεψαν. Σκόπευα μάλιστα να το κατοικήσω ακριβώς όπως ήταν, χωρίς ανακαινίσεις επιδιορθώσεις κλπ Να μπω μέσα και να ζήσω μαζί του τη φυσική φθορά του χρόνου, και τη δική του και τη δική μου. Αλλά με γελάσανε. Δεν μου είπαν ότι η ιστορία του υπήρξε λαμπρή, με δεξιώσεις και ασημικά με τζάκια, ακριβά κονιάκ, βιβλιοθήκες για ν, αποσύρονται οι άντρες να καπνίζουν το πούρο τους. Τι μ ενδιέφεραν εμένα όλα αυτά; Ήταν και ιδεολογικό το θέμα. Τι να μου πει η ιστορία των ξεπεσμένων αστών; Εγώ όταν το αγόραζα πασιχαρής νόμιζα ότι έμπαινα στο χώρο που γεννήθηκαν, ανατράφηκαν και έδρασαν γενιές δολοφόνων, απατεώνων, εγκληματιών. Περίμενα ν’ ακούσω από τους υγρούς τοίχους ιστορίες πατροκτονίας και να δω στους ραγισμένους καθρέφτες παιδικά πρόσωπα έντρομα μπροστά στην ενηλικίωσή τους. Περίμενα να τρίζουν οι σκάλες και πίσω από τις κλειστές πόρτες των δωματίων ν΄ακούω φωνές άλλοτε έρωτα κι άλλοτε φονικού. Ήθελα ένα σπίτι με πραγματική ζωή. Μου πούλησαν ένα με τα εγκλήματα λουστραρισμένα. Ποιον να εμπιστευτείς πια;

Παίζει η Πρωσοπογραφία

Ένα ξεχασμένο τραγούδι με τη σπουδαία Μαρία Δημητριάδη από τη συνεργασία της με τον συνθέτη Τάσο Καρακατσάνη. Καπέλα λεγόταν ο δίσκος, η ποίηση και τα κείμενα ήταν του Γιώργου Χρονά, και είχε κυκλοφορήσει από τον Σείριο του Μάνου Χατζιδάκι ζώντος του ιδίου βεβαίως. Είναι απίστευτο τι βρίσκεις ψάχνοντας κι είναι ακόμα πιο απίστευτο τι θησαυρούς έχει το ευλογημένο τραγούδι αυτής της χώρας. Δεν πειράζει, σιγά σιγά θα αποκαλυφθεί ό,τι αξίζει.

Παίζει το Τι νέοι φτάσαμε ως εδώ με τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο

Από τα ωραιότερα και πιο προσωπικά κείμενα του Κώστα Καρυωτάκη κατά τη γνώμη μου. Όντως πολύ νέος έφτασε ως εκεί και ποιος θα πει με σιγουριά τίνος το δάκτυλο τράβηξε τη σκανδάλη; Το δάχτυλο της Πρέβεζας, του δημοσίου, της ωχράς σπειροχαίτης, του βεβαρημένου ψυχισμού; Ο ήχος του όπλου θα ηχεί πάντα στ’ αυτιά των λεπταίσθητων ανθρώπων που έχουν το καταραμένο χάρισμα να μπαινοβγαίνουν στις ζωές των άλλων ΝΙΩΘΟΝΤΑΣ τους. Αυτό που απλά λέμε, έλα στη θέση μου, και που ελάχιστοι μπορούν να το καταφέρουν ουσιαστικά. Να δουν το έγκαυμα και να νιώσουν τον τρόμο της φωτιάς, να ακούσουν το ουρλιαχτό και να αισθανθούν στο σώμα τους τη βία που υφίσταται ο άλλος. Δεν μιλώ μεταφυσικά ούτε μεταφορικά. Είναι λέω παιχνίδια αυτά του μυαλού και της καρδιάς που σε κρατούν μετέωρο ανάμεσα στους δύο κόσμους έτσι που και ο θεός να διστάζει και ο διάβολος να έχει αμφιβολίες για πάρτη σου.

Να κλείσω αυτή τη μικρή αναφορά στους ποιητές με το πασίγνωστο πλέον των Αναγνωστάκη-Θεοδωράκη αλλά με την ερμηνεία της Νένας Βενετσάνου που έχει ακουστεί και τόσο πολύ νομίζω. Δρόμοι μου παλιοί το έχω παρακάνει το ξέρω αλλά λέω την άλλη εβδομάδα να το κάνω το προσκύνημα. Δεν έχω κάτι καινούργιο να σας πω αλλά εσείς όλο και κάτι θα έχετε να μου θυμίσετε που δεν το έχουμε ξαναπεί. Κάθε φορά που έρχομαι φρικάρω όλο και περισσότερο. Δεν είναι αυτή η πόλη μου, η πόλη μας, δεν μεγαλώσαμε εδώ, μέσα στα μπαρ και τις καφετέριες, μέσα στα στίφη των κατοίκων του Σαββατοκύριακου που άλλαξαν τελείως τη φυσιογνωμία της πόλεως. Όπως τα Ζωνιανά κάνανε το Ρέθυμνο μια πόλη μες στο φόβο -καλά τα λέω κουμπάρε;- έτσι και ο εσωτερικός τουρισμός έκανε το Ναύπλιο και κάθε Ναύπλιο μια πόλη μες στη γλίτσα του εμπορίου. Ο κ. Σαράφης από τα Τρίκαλα πρέπει να μας σκεφτεί, έχουμε περισσότερο κόσμο από το Παρίσι. Εξέλιξη το λένε. Δεν ξέρω. Προσωπικά δεν εξελίχθηκα σε κάτι, αντίθετα κλείστηκα ακόμα περισσότερο στις αναμνήσεις μου, πράγμα που εδώ που τα λέμε, στην περίπτωσή μου δεν είναι και το καλύτερο ζητούμενο.

Έτσι όπως το θέτεις, όντως, δεν ήμουν εγώ για ταξίδια. Κι έκατσα στην άκρη μου. Γιατί εσύ ταξίδι λες τις διαδρομές, το γύρισμα του κόσμου, ενώ εγώ ταξίδι λέω εκείνα τα φτερά που βγάζει η πλάτη μου κάθε φορά που ένας άνθρωπος έρχεται να μου εμπιστευτεί τα δάκρυά του. Άλλη γλώσσα άλλη γενιά δεν γεφυρώνονται οι αποστάσεις και με το μεγαλύτερο κόπο ακόμα. Και ναι θα πεθάνω με το παράπονο ότι δεν γύρισα τον κόσμο αλλά είμαι σίγουρη πως εκεί που είχα την καρέκλα μου και καθόμουν ολόκληρη ζωή ακίνητη θα φυτρώσει κάποτε στοργή για όλα τα αδέσποτα. Ζώα και παιδιά.

Αλέξανδρε Εμμανουηλίδη το λέω δημόσια: μου έχεις κάνει ζημιά μ’ αυτό το τραγούδι. Κομμάτια γίνομαι κάθε φορά που το ακούω. Η, επιτρέψτε τη λέξη, φωνάρα ήταν της Μαρίας Παπαγεωργίου. Τα έχουμε ξαναπεί, όχι δεν υπάρχει δίσκος στην αγορά, μόνο στο συρτάρι των παιδιών. Αλλά ποτέ μου δεν πίστεψα στα χαμένα ταλέντα. Στις χαμένες μετριότητες ναι. Αυτά τα δυο παιδιά, ο καθένας από μόνος του αλλά και σαν συνεργάτες –γιατί η Μαρία είναι μουσικός και η ίδια- έχουν πολύ ωραίο αίμα για να μη ρεύσει. Μπορεί να τα δυσκολεύουνε να τα μπουρδουκλώνουνε να τα καθυστερούν αλλά θα την βρουν την άκρη. Αλέξανδρε και Μαρία σαν το τραγούδι σας: Όμορφοι πάντα ηττημένοι ποτέ.

Παίζει το Όλα συμβαίνουν στο μυαλό μας με τον Χρήστο Νικολόπουλο

Νομίζω ότι αυτό το τραγούδι είναι ο ακριβέστερος ορισμός της διπλής κρυφής ζωής όχι της Βερόνικα αλλά του καθενός μας. Λέμε διπλή ζωή συνήθως την ταυτόχρονη ροή των σχέσεων, στα αστυνομικά χρονικά εννοούν περιπτώσεις δόκτορος Τζέκυλ Μίστερ Χάιντ, στην ψυχιατρική φαντάζομαι θα εννοούν εκατοντάδες περισσότερα πράγματα. Και όμως στην πραγματικότητα είναι πιο απλό το σχήμα. Η διπλή κρυφή ζωή είναι αυτή που ζεις στο μυαλό σου, είναι το: σε ποιον έρωτα χρωστάω, είναι το πόσες άλλες αγάπες παραμέρισες ή άφησες να σε παραμερίσουν για να προσγειώσεις το σκάφος σου σ’ αυτήν που τελικά ζεις. Για να είμαι ειλικρινής δε γνωρίζω τι είναι το πιο σωστό το πιο κοντά σου: αυτό που επέλεξες να ζήσεις ή εκείνο που αποφάσισες να σκέφτεσαι μόνο. Στο δεύτερο καταφεύγουμε σε κάθε ζόρι γιατί έρχεται καμιά φορά και γίνεται απωθημένο αλλά δεν είμαι σίγουρη πως θα ήταν όντως το ασφαλέστερο. Ίσως να ήταν το πιο επικίνδυνο και γι αυτό να μην…

Advertisements
Από τα ωραιότερα τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ κατά τη γνώμη μου . Και τι υπέροχος τίτλος: Κυμματούσα! Μου αρέσει που το ερμηνεύει η Μαργαρίτα Ζορμπαλά γιατί η Μαργαρίτα ξέρει και από μύθους και από πάθος και από παραμύθι με άγριο τέλος. Είχα τη μεγάλη χαρά να τη συναντήσω πολύ πρόσφατα, το βράδυ που είχα πάει στο ρεσιτάλ της Νατάσσας Μποφίλιου. Δε θα σας πω τι είπαμε, δε θα σας πω τι ειπώθηκε κάτω από αυτά που είπαμε, στεναχωρήθηκα όμως και της το είπα. Ζει πάντα στην Κύπρο, το θέμα είναι ότι ζει μακριά από το τραγούδι, μακριά από εμάς που ξέρει ότι είναι η έγνοια μας. Τη γνώρισα με το που ήρθε από τη Σοβιετική Ένωση και της πήρα την πρώτη της συνέντευξη. Έχουμε την ίδια ηλικία- συγγνώμη Μαργαρίτα, εγώ τα λέω αυτά- αλλά εκείνη ανατράφηκε στο Βορρά κι εγώ στο μεσοδιάστημα της υδρογείου. Δούλευε στο Περιβόλι τ’ ουρανού που τότε ήταν στις μεγάλες δόξες του, κι είχε έναν τούρκο απέναντί της, την αφεντιά μου να την κατακρίνει επί ιδεολογικοκαλλιτεχνικών θεμάτων. Τα ‘χασε το κοριτσάκι, γιατί 20 και κάτι ψιλά ήμασταν και οι δυο. Το θυμάμαι και γελάω με τα χάλια μου και το θυμό που έσερνα παντού μαζί μου. Μετά γίναμε μ’ ενανα δικό μας τρόπο φίλες. Δεν έχουμε πιει ποτέ καφέ μαζί, αλλά ξέρει ότι την πιστεύω και τη στηρίζω και ξέρω πως κι εκείνη στην καρδιά και το μυαλό της έχει κρατημένες κάποιες δικές μου σκέψεις και κουβέντες. Γιατί τα λέω όλα αυτά και που σας νοιάζουν; Δεν ξέρω αν σας νοιάζουν. Νοιάζουν εμένα. Μου έπεσε πολύ νεαρή ηλικία τελευταία γύρω μου κι έχω πάθει κρίση πανικού. Ψάχνω τη γενιά μου. Όχι να τη βρω, ξέρω που είναι, και ξέρω και τι κάνει. Ψάχνω απεγνωσμένα να πιστοποιήσω ότι φεύγοντας θ’ αφήσουμε πίσω μας κάτι περισσότερο και ουσιαστικότερο από μια λεπτή γραμμή αίματος. Καλησπέρα σας.

Ποιο θαύμα έφτασε ποτέ εγκαίρως και έσωσε το κοριτσάκι από τον κακόλύκο και το αγοράκι από τις αποδράσεις του; Έτσι πορεύεσαι. Μισός ή ολόκληρος δεν έχει σημασία, οι μέσα αποσκευές μετράνε και αυτές συνήθως δεν τις έχεις ετοιμάσει μόνος σου για το ταξίδι. Έχουν βάλει το χέρι τους κι η μάνα σου κι ο πατέρας σου και τρείς γενιές παππούδων πίσω ώστε ο δρόμος σου να έχει διάρκεια και ο ίσκιος σου να βαραίνει πάνω στη γη. Κι ας μην το διάλεξες.

Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός, δεν έγραψε ο Σεφέρης -ή κάνω λάθος τον ποιητή. Γιατί οι ίδιοι οι ποιητές σπανιότατα κάνουν λάθος. Έχουν ένα ένστικτό γλώσσας, το λέω εγώ, που τους οδηγεί είτε να προφητεύουν μελλούμενα είτε να φωτογραφίζουν παρελθόντα τόσο μακρινά που λες: είναι αδύνατον, δεν μπορεί, ήταν εκεί; Γιατί τα λόγια είναι ειρήνη ζωή αγάπη, είναι και κοφτερό μαχαίρι, ξίφος ασιατικό που θ’ αφαιρέσει κεφάλια με μια κίνηση. Τα λόγια είναι για ν ακουμπάς τα λόγια είναι πάλι και για να σκοτώνεσαι.

Να το αφιερώσω θέλω τούτο το κομμάτι σ ένα νεαρό αγόρι που το είδα σε μια φωτογραφία, μωρό με τα ακουστικά του γουόκμαν στο κεφάλι και μου σημείωνε ότι ακούει Σταυρό του Νότου! Η ζωή είναι εφιαλτικά μικρή. Αν το συνειδητοποιήσουμε νομίζω ότι θα τρομάξουμε τόσο που δε θα ξανακινηθούμε. Πώς έρχονται οι ζωές και μπλέκουν από το πουθενά και εξ αγχιστείας εχθροί παίρνουνε το δρόμο για φίλοι, πως συναντιούνται οι άνθρωποι χωρίς να το επιδιώξουν ούτε να το φαντασθούν καν; Εμένα μου αρέσουν αυτά με συναρπάζουν. Μεταφυσικά είναι ; δεν ξέρω. Όπως και να ‘χει δικό σου το τραγούδι Θάνο και χάρηκα για τη γνωριμία που λέγανε και οι πολύ πολύ παλιοί.

Το οργανικό κομμάτι που ακούσαμε ανήκει στην πολυτάλαντη τελικά νεαρή και άγνωστη ακόμα στο ευρύ κοινό μουσικός και τραγουδίστρια Μαρία Παπαγεωργίου. Το έγραψε ειδικά για την εκπομπή και από απόψε και για όσο χρονικό διάστημα θα υφίσταται το Ιατρείον Ασμάτων θα είναι ο μόνιμος και σταθερός επίλογός του. Στο πιάνο βέβαια ήταν η ίδια η Μαρία και στο βιολί ο κ. Παύλος Μιχαηλίδης. Νατη η… παγκόσμια πρώτη σου Μαρία Παπαγεωργίου. Θέλω να πιστεύω ότι το ιατρείο θα σου φέρει τύχη αν και, κοριτσάκι μου, στην περίπτωσή σου ό,τι κι αν γίνει, όσα εμπόδια και να έρθουν, η τύχη σου είναι αυτό που εναπόθεσαν οι θεοί στο λαιμό σου. Είναι τιμή μου ένα τόσο νέο παιδί να εμπνέεται από εργασίες σαν τη δική μου -ηλικιακά το λέω όχι ποιοτικά- και να γράφει τόσο υπέροχη μουσική. Ευχαριστώ, ευχαριστώ, ευχαριστώ. Τη νεότερη μανία μου με τη γενιά του 2010 την έχετε αντιληφτεί. Σας είπα τις προάλλες για τον ποιητή Αντώνη Γκρίτση που δεν έχει εκδοθεί ακόμα επειδή με ρωτήσατε πολλοί. Απόψε θα σας πω για έναν άλλο νέο ποιητή. Το Σπύρο Αραβανη

Το οργανικό που συνόδευε τα ποιήματα τα οποία ελπίζω να μη δολοφόνησα ήταν κι αυτό της Μαρίας Παπαγεωργίου. Ο Σπύρος ο Αραβανής λοιπόοοοοον. Μεγάλη ιστορία. Πόσο μεγάλη; 29 ετών! Κρυφά μέσα μου καμαρώνω ότι είναι και λίγο μαθητής μο στη δημοσιογραφία βέβαια όχι στην ποίηση. Το βιβλίο του παρουσιάστηκε τη Δευτέρα στον Ιανό κι αν είχα δάκρυα θα τα ‘χα καταθέσει. Είναι μεγάλη συγκίνηση να βλέπεις ένα τόσο νέο παιδί να σηκώνει στην πλάτη του την εντιμότητα το ήθος και την ευγένεια με την παλιά σημασία της λέξης με την αξιοπρέπεια ενός σοφού. Κρατήστε το όνομα, θα σας είναι επωφελής ο Σπύρος και λυτρωτικός και σαν ποιητής αλλά και σαν δημοσιογράφος. Δεν είπα το σημαντικότερο, τον τίτλο του βιβλίου: Η ανοσία της άγνοιας και ΟΧΙ η ανοησία που γράψανε οι ανόητοι σε πολλές εφημερίδες. Η ανοσία της άγνοιας. Ξέρει τι γράφει ο Σπύρος. Σπύρο Αραβανη, γενιά του 2010 κι εσύ, να προχωράς πάντα παιδί μου όπως σε γνώρισα: ευθυτενής, ανθεκτικός και κρυφά εύθραυστος.

Η βραδιά του Σπύρου, που ήταν φυσικά οργανωμένη από τον εκδότη του και ποιητή Γιώργο Χρονά και το βιβλιοπωλείο Ιανός, μας είχε κι άλλες εκπλήξεις. Μίλησαν για την ποίηση του Αραβανή κατά σειράν οι ποιητές Γιώργος Χρονάς, Σωτήρης Παστάκας, Βασίλης Λαλιώτης και ο και νέος και νεαρός δημοσιογράφος Μιχάλης Γελασάκης . Κατόπιν απαιτήσεως του κοινού διάβασε -κατακόκκινος- μερικά ποιήματα και ο ίδιος ο Σπύρος και ξαφνικά βλέπουμε στο πιάνο το Θέμη Καραμουρατίδη και να τρέχει προς το μικρόφωνο η Νατάσσα Μποφίλιου. Η μουσική εκπροσώπηση της ίδιας νέας γενιάς. Μαζί με τον Παύλο τον κιθαρίστα τους είπαν μερικά τραγούδια τους από αυτά που έχουν ήδη αγαπηθεί με πάθος και έβαλαν την δική τους ποίηση δίπλα στου Σπύρου. Η έκπληξη για μένα ωστόσο ήταν άλλη: ο Απόστολος Ρίζος που εμφανίστηκε λίγα λεπτά μετά. Το ‘χαμε χάσει αυτό το παιδί. Είχε κάνει εκείνο το δίσκο με το Ζούδιαρη, μας άρεσε και… πούντος; Άφαντος αρκετά χρόνια. Τέλος πάντων επέστρεψε το παιδί, δεν τον είχα ξαναδεί… λάιβ που λέμε και έμεινα άφωνη, ιδιαίτερα στον Καββαδία με τον οποίο έκλεισε την εμφάνισή του. Για γράψτε κι αυτό στο μπλοκάκι: Απόστολος Ρίζος, – ερμηνευτής. Απίστευτος, έχει πολύ ιδιότυπη φωνή κι εκεί που πιάνει τις χαμηλές και λες ωχ πάει τώρα θα σβήσει, χτυπάει ένα σολ δυο οκτάβες επάνω και τρελαίνεσαι. Σπουδαίος και νέος και δεν θ’ αφήσουμε να είναι ατυχής κατά το γνωστό ρηθέν. Ετοιμάζει δουλειά κι αυτός τώρα, υποσχέθηκε σύντομα να μας στείλει εδώ ν ακούσουμε πρώτοι. Γεια σου Απόστολε.

Καλησπέρα σας κ. Χρίστο Παπαδόπουλε. Όλα καλά εκεί στο Κάιρο; Εμείς εδώ σας σκεπτόμαστε πολύ συχνά. Τα χαιρετίσματά μου στις καμήλες που τόσο βίαια βγήκαν από τη ζωή μου…. Κοίτα να δεις Γρηγόρη. Το σκέφτηκα πολύ. Δεν βάζει ο νους σου πόσο πολύ. Και λέω τελικά η μεγάλη μαγκιά δεν είναι η ώρα που έρχεσαι, που πας, που προσέρχεσαι, αλλά η ώρα που καταλαβαίνεις ότι πρέπει σιωπηλά να απέλθεις. Χωρίς αποχαιρετισμούς και μελοδράματα που πολύ θα τα τράβαγε ο ψυχισμός μου, λέω: άντε Στελλίτσα μάζεψε την απλωμένη σου πραμάτεια δεν αφορά κανέναν το εμπόρευμά σου σε τούτη την αγορά που διάλεξες. Δεν είναι κακό, πικρό είναι, συμβαίνουν αυτά. Κι ύστερα Γρηγόρη είναι ο χρόνος που έρχεται και σου λέει αφού να περπατήσεις δε μπορείς τι πάς και γράφεσαι στο τρέξιμο; Έτσι λοιπόν η απελθούσα φίλη σου δεν απήγξατο αλλά υπέστη ήττα αιφνιδιαστική και καταλυτική για την ακεραιότητα της υγείας της. Εντάξει, θα ζήσει, θα το καλύψει κι αυτό το κενό, αλλά ρε συ νοσοκόμε μη με χαλάς τελείως. Επειδή τυχαίνει να ξέρω λίγο περισσότερα πράγματα για τη μάχη στα Γαυγάμηλα όπως ονόμασα αυτή την ιστορία, άσε μου την ψωροπερηφάνια να νομίζω ότι ο νικητής έχασε κάτι που φέρνει κάπως σε Αλεξάνδρεια. Κι ας ειν’ και ψέμα. Το χρειάζομαι.

Μες στον κόσμο μια Δευτέρα αποφάσισε να γίνει ανεξάρτητο κράτος. Δε θέλω εγώ σχέση με τις άλλες μέρες -είπε. Θέλω να’ μαι μία μόνη μου που τα απογεύματα θα γεφυρώνω χάσματα και θα βοηθάω τους ανθρώπους να πληγωθούνε γλυκά. Δεν είμαι καμιά τυχαία, Η πρώτη της εβδομάδας είμαι κι ο θεός από μένα άρχισε στο κάτω κάτω να δουλεύει τον κόσμο. Τσαντίστηκαν οι άλλες μέρες και δεν της μίλαγαν καιρό. Κάνε ό,τι νομίζεις της ανακοίνωσαν αλλά να ξέρεις ότι πάλι σ’ εμάς θα γυρίσεις. Το όνειρό σου είναι ψωροπερήφανο και πρακτικά βραχυπρόθεσμο, δεν θ αντέξει. Θ’ αντέξω, ανταπάντησε η Δευτέρα και κύλαγε μόνη της για καναδυο μήνες δίνοντας πράγματι αφορμές στις ψυχές να πηγαινόρχονται, να επικοινωνούν, να ψάχνονται, να χάνονται, να βρισκονται. Αλλά τελικά… όλα έγιναν όπως τα είχαν προβλέψει οι υπόλοιπες μέρες. Η Δευτέρα δεν άντεξε να μείνει ξεχωριστή. Οι άνθρωποι που της έδιναν το ρόλο της, έχουν και δουλειές!

Παίζουν τα Δάκρυα με τη Βίκυ Μοσχολιού
Για όλο τον κόσμο τα τραγούδια αυτής της εποχής που είπε η Μοσχολιού είναι ερωτικά –και βέβαια είναι. Εγώ πάλι τα ‘χω πάρει από τότε ανάποδα. Θυμάμαι: διάλλειμα σχολείου, Πέμπτη δημοτικού, σ ένα προαύλιο τεράστιο να κάθεται μόνο του ένα παιδί παιδάκι ζόρικο και ζορισμένο. Μέχρι που έρχεται ένα άλλο παιδί και του λέει: είναι η μαμά σου στα κάγκελα της πόρτας. Και τότε το κοριτσάκι το ακίνητο σαν μιράζ φτάνει στην εξώπορτα του σχολείου. Τα χέρια αγκαλιάζουν κάγκελα και δάχτυλα μαζί και η 40χρονη γυναίκα που μόλις εφτασε με το ΚΤΕΛ, παλαβωμένη από αμηχανία ντροπή πανικό θυμό θλίψη -τι να πρωτοδιαλέξει;-, ανοίγει τη τσάντα της και κάτι βγάζει: να το δώρο σου -λέει. Το κορίτσι ξέρει. Το δώρο είναι πάντα ίδιο. Ένας 45ρης δίσκος. Κι όπως με το ραδιόφωνο η μητέρα πέρναγε την εποχή της Μπέλλου με τα 45ρια ήταν η εποχή της Μοσχολιού. Τα ταξίδια για να δει την κόρη της δεν ήταν πολλά αλλά εκείνα που έγιναν είχαν πάντα τη φωνή της Βίκυς Μοσχολιού. Γνώρισα τελευταία έναν άνθρωπο πολύ αξιόλογο και όπως εξελίσσεται πολύ σημαντικό για μένα –δε μιλώ αισθηματικά, μιλώ συναισθηματικά αν με εννοείτε. Ε λοιπόν είναι ο πρώτος άνθρωπος που άκουσα ποτέ να λέει ότι σιχαίνεται το Ναύπλιο. Ξέρω τώρα ήδη μαζεύονται υπογραφές κάτω και ετοιμάζονται οι αγωγές διότι είμαι σίγουρη πως κανένας Ναυπλιώτης καμιάς… γενιάς δεν έχει ακούσει ποτέ τέτοιο πράγμα. Όταν το πρωτάκουσα μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση. Τώρα που ξέρω καλύτερα τον άνθρωπο και σκέφτομαι πως την εποχή που θα πήγε εγώ ήδη είχα κάνει τη θητεία μου και είχα φύγει από εκεί, άρα; Άρα καθώς φαίνεται η πόλη έχει κρατήσει τα δάκρυά μου που από τότε παγώσανε όπως είπε και η Μοσχολιού, κι όταν πήγε το τότε παιδάκι που λέμε. τα αναγνώρισε καθώς παριστάνουν αιώνες τώρα την υγρασία. Γι αυτό είναι πάντα υγροί οι δρόμοι του Ναυπλίου, χειμώνα καλοκαίρι. Κάρμα;

΄Oσο περνούν τα χρόνια σκέφτομαι πως τελικά έτσι όπως ξεκίνησα. για να φτάσω εδώ ήταν. Αλήθεια μαύρη και πικρή αλλά αλήθεια. Μπορεί στην πορεία να αγάπησα άλλα. να υπερασπίστηκα διαφορετικά πράγματα. να έχυσα το αίμα μου σε λάθος μάχες, ο γενετικός κώδικας όμως είχε εξ αρχής το αποτέλεσμα στα χέρια του. Ήμουν ο,τι μπόρεσα να γίνω κι όσο κι αν πάλεψα οι δαίμονες είναι… σαν τους κλέφτες: πάντα ένα βήμα πιο μπροστά από την αστυνομία. Αλλιώς το έκλαιγα αυτό το τραγούδι παλιότερα αλλιώς τώρα. Μετατιθέμεθα σκεπτόμενοι. Δεύτερη ζωή δεν έχει, αυτό είναι σίγουρη. Ούτε δεύτερη ευκαιρία στην ίδια ζωή, ε;