Υπάρχουν ακόμα γενναίοι άνθρωποι; ρώτησε το παιδί τον γονιό του. Εκείνος κώλωσε. Από το μυαλό του πέρασαν όλοι οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι πρόεδροι κρατών, οι πρόεδροι πολυεθνικών, όλοι τους ψυχή τε και σώματι Ράμπο, να κρατάν τα υπερσύγχρονα όπλα και να καθαρίζουν τους υποσιτισμένους εχθρούς. Αυτοί είναι οι γενναίοι -σκέφτηκε; Που αλωνίζουν μοιράζοντας θάνατο, αυτό το πρότυπο του πάσης φύσεως στρατιώτη θα δώσω τώρα στο μικρό, εγώ ο γονιός ο ανοιχτόμυαλος κι ο λίγο πιο μπροστά από την κρεαταγορά του κόσμου; Ποιοι σκατά είναι οι γενναίοι σήμερα; τι να του δείξω; τι να του πω;…. Και ήρθε αυτό το τραγούδι κι αυτή η φωνή κι αυτός ο καλλιτέχνης (Αλκίνοος Ιωανίδης, Πατρίδα) και ηρέμησε τα θυμικά του παιδιού που ρωταγε και του γονέα που ΔΕΝ απάνταγε. Υπάρχουν μικρό μου –του είπε. Είναι εκείνοι που σωπαίνουν όταν το σύμπαν δίπλα τους φλυαρεί, είναι εκείνοι που παρατηρούν τον κόσμο με την καρδιά στα χέρια και το κεφάλι ανάστατο, είναι εκείνοι που θα συλλέξουν τα ρινίσματα της αλήθειας από κάθε γωνιά της ιστορίας και θα τα κάνουν τραγούδι βιβλίο ταινία για να μπορέσουμε κι εμείς να στηρίζουμε κάπου τα δεκανίκια της ζωής μας. Η γενναιότητα δεν παίζεται ανάμεσα στις σφαίρες που πάνε κι έρχονται. Παίζεται σ’ αυτούς που τολμούν να αρθρώνουν με απόλυτη καθαρότητα την αιθάλη που σκέπασε τον κόσμο μας. Καλησπέρα σας.

Παίζει το τραγούδι Τους εχω βαρεθει με τη φωνη της Μαρίας Δημητριάδη.

Τέτοια λέγαμε, τέτοια πιστεύαμε, τέτοια τραγουδούσαμε έξω φωνή. Για να διακτινιστούμε 30 τόσα χρόνια μετά και ν ακούμε από το ραδιόφωνο το Θάνο Μικρούτσικο να λέει: Με ρωτάνε που τραγουδάω την Κυριακή; Μα στην Κυριακάτική ή τη σαββατιάτικη η την παρασκευιάτικη -δεν θυμάμαι τώρα- εφημερίδα, μας ενημερώνει ότι τραγουδάει. Και λες εσύ τώρα: είναι ο ίδιος άνθρωπος που μου ζητά να είναι ο πολιτισμός τσάμπα; Γιατί στο περίπτερο ο καταναλωτής για το σι ντι θα πάει όχι για την εφημερίδα. Και θ’ αγοράσει συλλογές επί συλλογών με τραγούδια που ΗΔΗ έχει στη δισκοθήκη του. Και λες εσύ τώρα: αν κυριέ μου εσύ που είσαι πια Μεγαλούτσικος σε όλα, και στα χρόνια και στη σοφία και στην πείρα, βάζεις το καρφάκι σου στο φέρετρο της ελληνικής δισκογραφίας εγώ η ανόητη που πίστεψα και πορεύτηκα με βάση αυτά που πίστεψα από πού θα πιαστώ; Γιατί έτσι κύριέ μου σπάει η αλυσίδα κόβεται η συνέχεια. Ποια εφημερίδα θα βγάλει ένα νέο παιδί, τι θα κάνουν όλα αυτά που ξεκινάνε τώρα; Τέτοιες κινήσεις είναι απλώς οδηγίες για αυτοκτονία. Δεν ξέρω ρε παιδιά, πώς μπερδεύτηκαν έτσι όλα, τι κόμπος ναυτικός έγινε και δε λύνεται με τίποτα; Να τα πάρετε τα φράγκα σας οι μεγάλοι δε λέω, τα αξίζετε, γράψατε ιστορία, ανοίξτε κι ένα δρομάκι διάβολε για τα νέα παιδιά. Παιδιά σας είναι στο κάτω κάτω από κάθε άποψη, και ηλικιακά και καλλιτεχνικά.

Δε βαριέσαι. Εντάξει μωρέ, και τι έγινε; Αυτή είναι η επικρατούσα ιδεολογία. Όποιος τολμήσει και υιοθετήσει δημόσια αυτή την προσέγγιση των πραγμάτων κάνει κυβέρνηση αύριο το πρωί με 300 βουλευτές ολοδικούς του. Άσε με κάτω Γρηγόρη δε μπορώ. Λες να κάνω κάτι να ξεβρομίσω και λερώνεσαι περισσότερο. Φεύγω γι αλλού εγώ τώρα, για τα καθαρά μου, για τα όσιά μου, για εκείνα που συνεχίζουν να με σώζουν όταν το σκοινι στο λαιμό σφίγγει απειλητικά. Λοιπόν νοσοκόμε, την περασμένη εβδομάδα ξέπλυνα μια ντροπή 30 χρόνων. Πήγα και άκουσα τη Λένα Πλάτωνος -λάιβ που λέμε κι εμείς οι εγγράμματοι.

Το κύριο επάγγελμά μου, η δημοσιογραφία με έχει ξεράσει αρκετό καιρό τώρα. Φεύγοντας από το Κύτταρο εκείνο το βράδυ έγραψα ένα κείμενο το οποιίο μου έκανε την τιμή να φιλοξενήσει στο blog του ο πολυτεχνίτης και ονειροσπίτης Αντώνης Μποσκοΐτης. Σας το διαβάζω όχι για την αξία του κειμένου, απλώς για να δώσω αξία σε όλα εκείνα τα άπειρα που συναισθάνθηκα ακούγοντας και γνωρίζοντας επιτέλους την κυρία Λένα Πλάτωνος:

Πηγαίνοντας την περασμένη Πέμπτη στο Κύτταρο, και μάλιστα με μια παρέα που εκπροσωπούσε την απολύτως νέα γενιά στο ελληνικό τραγούδι, είδα τη γενιά μου (1980) να έχει ακόμα τόσο περίσσευμα καλλιτεχνικού ήθους και αξιοπρέπειας που λειτούργησε σχεδόν σαν θεραπεία μέσα μου. Είχα σχεδόν ξεχάσει πως τα πολύ εσωτερικά πράγματα, τα άυλα, τα απ’ αλλού φερμένα έχουν ακόμα τη δύναμη να κάνουν ένα κοινό μη φίλαθλο να στέκεται όρθιο και δακρυσμένο και να ζητά να μην τελειώσει ποτέ αυτό που ΕΖΗΣΕ -όχι παρακολούθησε- επί δύο και ώρες.

Σκέφτηκα πόσοι άγγελοι εξέπεσαν του αξιώματός τους -άλλοι χάριν δημοσιότητας και κέρδους και άλλοι χάριν μιας ομορφιάς που είναι αποφασισμένη να επιβληθεί και ως τραγουδίστρια. Σκέφτηκα πόσα ταλέντα -πάντα για τη γενιά μου μιλάω- συν τω χρόνω είτε σώπασαν είτε απεσύρθησαν στον εαυτό τους και βιοπορίζονται μακριά από το όνειρο. Κι επειδή πράγματι: έτσι τελειώνει ο κόσμος, όχι με έναν κρότο αλλά μ έναν λυγμό, είδα στην δυσκίνητη φιγούρα και στην απόκοσμη ματιά της κυρίας Λένας Πλάτωνος πόση δύναμη και αντοχή μπορεί να έχει ένας άνθρωπος στην πάλη με τον εαυτό του, με τη σάρκα του, με το μυαλό του, με τα σωθικά του, με τις κεντρικές αρτηρίες της ύπαρξής του. Κι αυτό σημαίνει να μπορεί να συνεχίζει ΚΑΙ να υπάρχει ΚΑΙ να δημιουργεί.

Κοιτώντας την συνέχεια όλη την ώρα που ήταν στην σκηνή είδα όλους τους λυπημένους του κόσμου να χορεύουν ένα χορό όχι θανάτου, καθόλου, ένα χορό όπου η απελπισία γίνεται δύναμη, η απόγνωση φτερό στην πλάτη και το μαχαίρι που φέρνει στροφές μέσα στην πληγή το μαγικό ραβδί για μιαν επί της γης κερδισμένη αθανασία. Ξέρετε, μας δίνουν χάπια για να πενθούμε χωρίς να κάνουμε φασαρία. Μας δίνουν φιλικά χτυπήματα στην πλάτη για να γίνεται ο λυγμός βήχας και να φεύγει. Μας δίνουν χαμόγελα από φυτεμένα δόντια για να ληστέψουν και τον τελευταίο κόκκο σκόνης από τις ανεξαργύρωτες ψυχές. Χρησιμοποιώ πληθυντικό αριθμό όχι γιατί αθροίζω τον θλιβερό γραφιά εαυτό μου με τη δημιουργό Πλάτωνος αλλά γιατί τον αθροίζω με τη «συμμαθήτρια» στις διαδρομές του σκοταδιού που επιθυμώ ν’ αξιωθώ κάποτε να έχω την τιμή ν αποκαλώ: Λένα.

Δεν θέλω να σας πω για το πρόγραμμα. Εξαιρετικό είναι. Και; Θ’ αλλάξει ο ρους της ελληνικής ψυχαγωγίας κατόπιν αυτού; Όχι βέβαια. Τα ίδια περιττώματα θα συνεχίσουν να διακινούνται και να τζογάρουν. Γράφω γι αυτήν τη γυναίκα που με τάραξε βαθιά την περασμένη Πέμπτη γιατί:

Βαρέθηκα, σιχάθηκα, αηδίασα πια με τους αυτοαποκαλούμενους «καταραμένους» που έχουν τρεις νότες στις χορδές και δυο συγχορδίες στην κιθάρα.Κουράστηκα με τους επαναστάτες υποβαθμισμένων και μη προαστίων που γίνονται ιερουργοί μιας δανεικής τέχνης (με πόσο χιπ χοπ μεγάλωσαν πια τα παιδια τους τα Αιγάλεω και τα Περάματα;) και διδάσκουν την πιτσιρικαρία ότι διαφέρεις με το ντύσιμο και το στυλ και δυο χριστοπαναγίες που θα πεις στους γονείς σου αφού σου έχουν πληρώσει πρώτα το λογαριασμό του κινητού.

Και κυρίως γιατί:

την ώρα που θα πεθαίνω δεν θέλω να σκέφτομαι τη ζωή μου σαν κακή ταινία αλλά σαν μια πεταλούδα Μπρένθις που ήρθε για να με πάρει στα φτερά της και να με πάει όπου.

Φυσικά και ήταν εκεί ο Γιάννης Παλαμίδας, πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Και μάλιστα κάνει ένα συγκλονιστικό φινάλε μαζί με την Πλάτωνος, δεν σας λέω τι και πώς να πάτε να τους τιμήσετε και να τιμηθείτε από αυτούς. Κάνει ένα φινάλε από εκείνα που σηκώνουν το κοινό όρθιο να χειροκροτάει ασταμάτητα, σχεδόν να παραληρεί για μια τέχνη που δεν θεωρήθηκε ποτέ ούτε σουξέ ούτε τρέντυ ούτε ξέρω γω τι άλλο. Γι αυτό που είναι μόνο: καθαρή ειλικρινής τέχνη. Στο Κύτταρο εμφανίζονται επίσης η Μάρθα Φριντζήλα, η νεαρή Εττέν, ο Κων/νος Β. σε δυο συγκλονιστικές ερμηνείες και η φοβερή και τρομερή Βικτόρια. Δεν σας λέω να πάτε να τους δείτε. Είναι από τα πράγματα που είτε κανείς θεωρεί ότι τα οφείλει στον εαυτό του είτε δεν τον αφορούν καθόλου. Το τραγούδι που ακούσαμε προηγουμένως είναι από τον δίσκο του Παλαμίδα Δωρητής Σώματος και αυτό ναι, λέω να το πάρετε να το ακούσετε. Ειναι ωραίος δίσκος
Πάμε τώρα να βάλουμε τις φωνές.

Ναι η Δανάη Παναγιωτοπούλου ήταν, χαίρομαι που την αναγνωρίζετε πλέον αμέσως, από το καινούργιο της Χόμο Λογκότυπους, -μακριά από μας, ο χαρακτηρισμός όχι ο δίσκος. Έλεγα στην αρχή για τους παλιούς και τους φτασμένους. Έχω 3-4 χρόνια τώρα που όπου βρίσκομαι επαγγελματικά φωνάζω για τη γενιά του 2010 την οποία βλέπω να σχηματίζεται ταλαντούχα και δυναμική αλλά σχεδόν χωρίς καμιά προοπτική. Οι εταιρείες ξεπουλάνε το στοκ τους στις εφημερίδες, η αυτοκρατορία έχει μαζέψει το σύμπαν αλλά τα ποιοτικά αποτελέσματα είναι πενιχρά, τι θα κάνουν τα νέα παιδιά, δεν ξέρω. Σολντ αουτ η Νατάσσα ο Γεράσιμος και ο Θέμης στις εμφανίσεις τους και όμως γκρίνιες ακούγονται από Πανεπιστημίου μεριά. Τι να πω. Ας μας πει κάτι μια άλλη νεαρά που δεν έχει ακόμα αξιωθεί να τυπωθεί η φωνή της σε δίσκο. Για πάμε

Μαρία Παπαγεωργίου, σημειώστε εσείς, το μέλλον θα βρει τρόπους, σ’ ένα τραγούδι του οποίου τους στίχους και τη μουσική έχει γράψει ο Αλέξανδρος Εμμανουηλιδης-σημειώστε τον κι αυτόν κι ας είναι ακόμα άστεγος. Είναι τα παιδιά που σας έλεγα ότι κατά τον αυτοκράτορα γράφουνε θλιβερά τραγούδια. Αν έχετε χρόνο και διάθεση να εκνευριστείτε πάτε ένα χάραμα στη χωματερή να δείτε πόσα φορτηγά ξεφορτώνουν cd, γιατί εκεί καταλήγει πολύ μεγάλο μέρος των υπερπαραγωγών, υπέρ σε ποσότητα λέμε. Πάρα από το τραγούδι όμως υπάρχουν κι άλλες τέχνες. Η γενιά του 2010 η οποία -πιστέψτε με- είναι εδώ, έχει και ποιητές έχει και ζωγράφους έχει και ηθοποιούς. Που θα πάει θα τους μάθουμε κάποτε. Ακούστε τι έφτασε στα χέρια μου πριν λίγες μέρες:

Σειρήνες
Να είσαι ειλικρινής και να πεις κάτι για μένα. Υπάρχει κάτι αδιόρατα σαφές στην ατμόσφαιρα. Σταγονίδια κυκλοθυμίας. Έλα, πες κάτι για μένα… Θες πάλι να μιλήσω για σένα; Χάιδεψε. Χαστούκισε. Πες – πες, με κατάφερες, σου λέω. Πάρε – δώσε, τι θες; Εμένα για σένα μου λες, θα σου κλείσω τα μάτια, θα βάλω μια άλλη συνθήκη να σε φανταστώ εδώ τώρα μα κάπως άλλοτε κι αλλιώς, έχω ανάγκη το ταξίδι γιατί έχεις ανάγκη το ταξίδι μου εσύ, με πας και με φέρνεις εκεί που έρχεσαι και πηγαίνεις, εγώ δεν ταξίδεψα ποτέ, δεν είδα τα πολλά, ο νους μου δεν κατεβάζει, είμαι κλεισμένος χρόνια πολλά σε ένα δωμάτιο, χαραμάδα δεν περισσεύει καμία -και θες να μιλήσω για σένα εγώ άνθρωπος αταξίδευτος κι αποκλεισμένος. Αυτό που είμαι αποκλεισμένος λες με κάνει πιο ταξιδευτή, έτσι πιστεύεις θα γίνεις κι εσύ ταξιδιάρης, φλυαρώ και σωπαίνεις, φλυαρείς και σωπαίνω κι εγώ, φλυαρούμε και σωπαίνουμε ταυτόχρονα κι οι δύο, κανένας δε θα νικήσει, να, το μόνο ταξίδι που πάω κι έρχομαι κι εσύ μαρτύριο και προορισμός κι αν μιλήσω για σένα, εσύ είναι για μένα που μιλάς, σε σώμα έχουν κλειστεί όλες οι φωνές μου, κι οι δικές σου φωνές χώρεσαν εδώ μέσα, δεν μπορούν να φωνάξουν, μουγκανίζω για να νιώθω έστω μουγκός, νιώθω κουτσός, νιώθω κουφός, κουλός και όλα τ’ άλλα, με γλώσσα κοφτή ξυρισμένος άτσαλα στο κεφάλι, πώς κουρεύεις τούτα εδώ τα φαντάρια σα γίδια για να ξεμπερδεύεις, η αφή δεν πιάνει τίποτα, και σόμπα να πιάσει κάστανο δεν καταλαβαίνει από την πυρά, κι η γεύση δε γεύεται, μόνο μιλάει, μιλάει, μιλάει, κυλά από τη γλώσσα βαθιά κάτι καμένο σα μέλι, έχει μαλλιάσει να κυλά, ό,τι να πει είναι μια μαλακία μελάτη, η μύτη μυρίζει καυτά τ’ απαυτά, διπλώθηκα στα δύο, έγινα σκύλος, αυτιά δικά μου είναι αυτά, πεσμένα άχρηστα, πιστά, σπάω ξυλάκια μέσα στα τύμπανα των αυτιών μου και στο λαβύρινθο των αυτιών ακούω ασύλληπτες τυμπανοκρουσίες, δεν θέλω να σε ακούω άλλο πια, έχεις κλείσει μέχρι κι εσύ τα αυτιά σου και τα μάτια, για να αντέξεις, είναι όλα τόσο συριστικά, δε βλέπω, είναι κλειστή σου λέω η πόρτα, δε βλέπεις λες σου ‘χω δέσει τα μάτια

και:

Μαρία Μαγδαληνή

…δε θα σε σκοτώσω
μπρος στα μάτια σου
υπακούω σε κανόνες αρχαίας τραγωδίας
σε κανόνες άγνοιας και πάθους υπακούω
ένας ναός
δυο είδωλα ο έρωτας
αν σε σταυρώσω εκεί
δε θα’ ναι για να σε δω να πεθαίνεις, όχι
θα’ ναι για τη στιγμή που σε αποκαθηλώνω
θα έχεις μάθει τους ίδιους κανόνες
θα θες να αναστηθείς
μα δεν θα μπορείς
μπρος στα δικά μου μάτια
επέλεξες στον έρωτα να είσαι χριστιανός, εντάξει
μα εγώ τα είδωλα λατρεύω και το τώρα
φρόντισε, νεωκόρε, να μη το μετανιώσω
τότε μονάχα μύρο τα πόδια σου θα αλείφω
βλέπεις, το χρέος μου το ξέρω
να τα τελειώνω όλα εδώ -και όχι
άλλου οίκου θεού δραπέτης,
αλλά θα με συγχωρείς
ή θα σταυρώνεσαι σ’ άλλο σταυρό δεσμώτης
το δικό μου αμάρτημα άφησες εκκρεμές για τη δευτέρα θανή σου
δεν σήκωσες όλο το βάρος του κόσμου καθώς λες
γιατί εμένα δε με αγάπησες ακόμη

Δεν είμαι η Καρυοφυλιά Καραμπέτη, δεν είμαι ο Νίκος Αιβαλής, ας με συγχωρέσει ο ποιητής αλλά ήθελα οπωσδήποτε ν ακουστούν αυτά τα κείμενα. Ανήκουν σ ένα πάρα πολύ νέο παιδί, το οποίο μόλις γνώρισα –εκείνη η Πέμπτη στη Λ. Πλάτωνος θα αποβεί μοιραία μου φαίνεται. Είναι ηθοποιός, άνεργος βέβαια, είναι και φιλόλογος αλλά δεν τον νοιάζει. Και που γράφει δεν τον νοιάζει. Αλλά νοιάζει εμένα. Γι αυτό αποφάσισα να τον εκθέσω δημοσίως μπας και δεσμεύσει τον εαυτό του με τη γραφή κάπως περισσότερο. Αντώνης Γκρίτσης λέγεται και θα μας απασχολήσει. Ως γραφιάς σίγουρα. Για τα άλλα δεν έχω γνώμη. Η μουσική που συνόδεψε τα λόγια του Αντώνη ήταν της Μαρίας Παπαγεωργίου. Η γενιά του 2010 που λέγαμε; Που της ετοιμάζουν εκδρομή στον Καιάδα αλλά εμείς θα το εμποδίσουμε; Ή όχι;

Ξέρεις ποια είναι η ειρωνεία; Όταν αποφάσισα να λύσω τα μάγια στο αμίλητο νερό, στέγνωσε η ζωή μου. Άδικο. ΄Η και δίκαιο. Ποιος θα το πει; Όλοι αγαπήσαμε ίσκιους, όλοι χάσαμε δικούς μας σφυγμούς. Κι εσύ που βρίσκεις συνέχεια τρόπους να γλιστράς και να σωπαίνεις και να κρύβεσαι ενώ το μόνο που σου ζητήθηκε ήταν μια καλύτερη σύνταξη σ εκείνα που μπορείς, θα κάνεις χρόνια ν ακούσεις την καληνύχτα μου. Κι όταν φτάσει να την ακούσεις μπορεί να την έχω καταφέρει να σημαίνει και αντίο!

Advertisements