You are currently browsing the monthly archive for Μαΐου 2009.

Παίζει ο Λύκος μ ε την Αρλέτα
Κακοήθειες και αστικοί μύθοι που διαιωνίζουν τις δεισιδαιμονίες. Τα μεσάνυχτα πλέον είναι μεσημέρι για κάποιους. Σε πήρε ο ύπνος κι έγειρες στου καναπέ την πλώρη και βλέπεις ξαφνικά την κόρη σου ντυμένη και βαμμένη στην τρίχα, κοιτάς το ρολόι βλέπεις μεσάνυχτα, γύρισε -σκέπτεσαι. Αμ δε γύρισε! Φεύγει. Βγαίνει. Πάει τη βόλτα της πώς να το πω; Δεν το ‘χω το πρόβλημα γιατί τα πρόσεξα στα νιάτα μου κάτι τέτοια ικριώματα αλλά ιδρώνω και τρέμω μαζί με τους φίλους μου που έχουν παιδιά. Κι όταν λέμε παιδιά εννοούμε κάτι δίμετρες κοπελάρες 20 ετών, κάτι τρίμετρα αγόρια, την τρίτη εκδοχή δεν την έχω ψάξει. Ακούω την Τίνα να λέει: αν δεν πάει 6 η ώρα ν’ ακούσω την πόρτα ότι γύρισε δεν κλείνει το μάτι και στις 7 πρέπει να ξυπνήσω. Εμ γι αυτό είναι άσπρη σαν το χαρτί συνέχεια και λέμε τι έχει. Ύπνο δεν έχει. Μην τα πολυλογούμε: τα πράγματα είναι αλλού αλλιώς και φοβάμαι πως είναι και για άλλους. Δεν είναι των τρελών η δώδεκα η ώρα, είναι η ώρα που ουρλιάζει ότι γερνάμε, μεγαλώσαμε και δεν έχουμε επαφή με τη νέα πραγματικότητα. Καλά μου λυκάκια που ξενυχτάτε είτε έξω μη θέλοντας να μπείτε μέσα, είτε μέσα στο σπίτι περιμένοντας εκείνα που είναι έξω, τη συμπάθειά μου και την καλησπέρα μου.
Γελάω όση ώρα ακούω αυτό το τραγούδι (παίζει το Φάντασμα του κόσμου με τον Μ. Χατζημανώλη), το ρεφρέν του συγκεκριμένα γιατί σκέφτομαι τον κ. Χρίστο Παπαδόπουλο που έγραψε τα λόγια πριν από πολλά χρόνια και σήμερα σέρνεται στα Κάιρα και τις Αιγύπτους φορώντας συχνά άσπρες κελεμπίες μελαχρινός άνθρωπος. Και απορώ κύριε Χρίστο, εσείς ένα ευφυές άτομο, πώς σκεφτήκατε ότι θα μπορούσατε να παραπατήσετε σε άλλο όνειρο. Το ξέρετε καλύτερα από μένα, στο ίδιος λάθος θα συναντιόμαστε και την ίδια θηλιά θα δένουμε όταν ζορίζει ο καιρός. Το φάντασμα του κόσμου φοβάμαι πως είναι λιγότερο τρομακτικό από τον ίδιο τον κόσμο. Να χτες βράδυ ένας άντρας σκότωσε τη γυναίκα του πήρε τα δυο μωρά παιδιά του αγκαλιά και πήδηξε απ’ το μπαλκόνι. Είχε κατάθλιψη λένε, τσακωνόταν το ζευγάρι λένε, θα ‘χουν να λένε τώρα. Για κοινωνικές υπηρεσίες οργανωμένου κράτους δεν ειπώθηκε τίποτα. Να τα αίματα στο σεντόνι του φαντάσματος. Αμ το άλλο! Με τα παιδιά από την Ινδία που σάρωσαν τα Όσκαρ και το αποτέλεσμα είναι στο μεν -ανήλικο λέμε, ε;- κορίτσι να ανέβει η τιμή πώλησής του από τον πατέρα του προς τον υποψήφιο γαμπρό, στο δε αγόρι που η ινδική κυβέρνηση θα χάριζε ένα σπίτι να μένει, τελικά τους έβγαλαν και από την τρώγλη που είχαν. Εεεεεε! Σον Πεν, Σούζαν Σάραντον κι όλοι εσείς οι ακτιβιστές εκεί πέρα απ τον Ατλαντικό, μπορεί να μη γίνουν ποτέ συνάδελφοί σας αυτά τα παιδιά αλλά μήπως θα πρεπε να φτιάξετε μια ομάδα και να πάτε επιδεικτικά να τα πάρετε μακριά από την πατρίδα τους που τα ‘χει ουσιαστικά για θάνατο; Θα κουνηθεί ποτέ τίποτα κάπου κάπως ή έχει τελειώσει για πάντα αυτό το παραμύθι της αλλαγής του κόσμου; Ο,,τι ώρα θες τρελαίνεσαι. Μη σας πω ότι μπορείς να διαλέξεις κιόλας. Να πεις: θα τρελαθώ στις 6.15 το απόγευμα, σήμερα. Θ’ ανοίξεις ν’ ακούσεις ένα δελτίο ειδήσεων και είναι μαθηματικά βέβαιο ότι σε πέντε λεπτά θα σε αναλάβουν οι νευρολόγοι. Αν έχει μείνει πάντα λίγο φιλότιμο λέμε.

Ευφυέστατο. Κάνε εσύ το βενζινάδικο ν’ ανοίξω εγώ δίπλα το μίνι μάρκετ κι άσε την οικονομική κρίση να κάνει λοβοτομή στους μεγαλοοικονομολόγους. Μόνο οι μηχανόβιοι που θα σταματάνε για βενζίνη σ’ εσένα και για αμερικάνικο τσιγάρο και το πλακέ μπουκάλι του ουίσκι σε μένα, τελείωσε το θέμα μας. Δεν βάζω τον κλάδο νταλίκα γιατί δεν θα ξέρουμε τι να το κάνουμε τόσο χρήμα. Τόσος κόσμος κινειται στα συννεφα, πάει ερχεται, ειναι καθ’ οδόν, μεταφορικά και κυριολεκτικά για σκεφτείτε το. Ξέρω απόψε το ιατρείο έχει μιαν ιδιάζουσα τρέλα αλλά δεν μπορεί κι ο επιστήμονας, σαλεύει κάποια στιγμή. Σοβαρεύω για λίγο για να πω το εξής. Τούτο το άσμα ( έπαιξε το Βενζινάδικο με την Αλκ. Πρωτοψάλτη) έγινε μέγα σουξέ και δικαίως, έχει πάρα πάρα πολύ κόσμο κάτω από τις λέξεις της επιφάνειάς του. Εγώ εντυπωσιάστηκα τότε από εκείνο που λέει: κι απ’ τη λύπη διασκέδαζα. Την έχουνε κατηγορήσει πολύ και πολλοί τη Νικολακοπούλου για τη χρήση που κάνει στη γλώσσα, το σίγουρο πάντως είναι ότι την ΞΕΡΕΙ τη γλώσσα όπως κι αν τη χρησιμοποιεί. Όσοι κάποτε σχολείο διδαχτήκατε αρχαία θυμάστε τι σήμαινε το: διασκεδάνυμι τας λύπας; Απομακρύνομαι από τη λύπη -σήμαινε. Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος πυροβολημένος που να το πήρε χαμπάρι αυτό το σημείο στο τραγούδι, αλλά δεν πειράζει. Υπάρχουνε και σοβαρότερα θέματα. Όπως αυτό ας πούμε:

(Παίζει ο Βασιλιάς Αλέξανδρος με τον Γ. Φλωράκη)
Αρχαιότατο το ερώτημα, συνομήλική του και η απάντηση. Το θέμα είναι πως η απάντηση και χωρίς τον ορό την αληθείας είναι σωστή! Τι ταρατατζούμ ήταν αυτό με τους μεγάλους Έλληνες; Τόση μαζεμένη σοβαροφάνεια μου έφερε κρίση πανικού. Καλέ μου σεβαστέ μου κ. Δεσποτόπουλε που να χιλιάσετε τα 94 σας χρόνια, τι να πω γω τώρα; Γιατί να πρέπει να πω; Μόλις είχαμε κάπως καταπιεί τις αδελφές Μαγγίρες του Σαββάτου, τον καημένο το Σάκη που τον τραβολογάνε και πάαααει αυτός, μόλις είχαμε πάρει το ωραιότατο μάθημα πως ένας πιτσιρικάς που μοιάζει με τον Πινόκιο έχοντας ταλέντο και αισθητική μπορεί ν. αποκαταστήσει στιγμιαία έστω ακόμα κι ένα θεσμό σαν της Γιουροβίζιον, μόλις λοιπόν είχαμε περάσει όλες αυτές τις αγωνίες, άρχισαν τα σοβαρά διλλήματα. Αριστοτέλης ή Πλάτων; Βενιζέλος ή Καραμανλής;-οι παλιοί. Λες: κοίτα ρε μια χώρα πόσο ωραία παίζει σε όλα τα ταμπλό! Ταμπλό βιβάν και στα μούτρα μας. Το Όσκαρ πήγε στον Αλέξανδρο, δεν έχω γνώμη αν καλά έκανε ή όχι, μη σας πω δεν μ ενδιαφέρει κιόλας, αλλά πείτε μου είναι δυνατόν να πάρει κανείς σοβαρά μια λίστα στην οποία συνυπάρχουν οι προαναφερθέντες μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη τον Γιώργο Καραγκούνη τον Ιωάννη Καποδίστρια τον Νίκο Γκάλη και τόσους άλλους άσχετους μεταξύ τους; Τι να πεις; Με συγχωρείτε κύριε Παπαχελά αλλά αυτό δεν ήταν καν φάκελος. Ήταν φάσκελος.

(Παίζει το Δεν έχει ταξί μες τη σοφία Παπάζογλου)

Έχει ένα μαύρο Άουντι πάντως που περιμένει να το δεις. Δεν θα κορνάρει δε θα πετάξει φώτα, ένα πουράκι θα καίει στη θέση του οδηγού κι αυτό θα είναι το μόνο σινιάλο. Αν δεν το δεις έχασες. Τα λόγια ήταν πολλά κι άρχισαν να καίνε τον εγκέφαλό μου. Τώρα με σκοτάδι και δακρυσμένες σιωπές θα παριστάνουμε την επικοινωνία.

Χτες είδα την πρώτη μου θάλασσα για φέτος. Στην Καστέλα. Από το μπαλκόνι του δωματίου μιας κλινικής όπου είχα πάει επίσκεψη σε μια φίλη –όχι κάτι σοβαρό. Υπέροχη γειτονιά με παλιές μονοκατοικίες που μου θύμισαν την πατρίδα μου πριν γίνει γρικ αρτ. Μέσα στο δωμάτιο όμως, τρελάθηκα κάποια στιγμή. Είδα τον εαυτό μου 20, 30 χρόνια πριν, σαν εκείνες τις μαριονέτες, με τη διαφορά πως από πάνω μου δεν κρέμονταν κλωστές αλλά ολόκληροι άνθρωποι. Κι εγώ έπρεπε και την ισορροπία να κρατήσω και να φροντίσω να μη σπάσω από το βάρος και πέσουν κάτω οι άνθρωποι που ήταν πιασμένοι επάνω μου. Είδα την παλιά ζωή μου στο σχήμα μιας νεότερης φίλης μου και ίδρωσα. Σκέφτηκα: θεοί τόσους κρατήσαμε, τόσους περιθάλψαμε, για τόσους τρέξαμε, κανένας μα κανένας δεν είδε ΕΓΚΑΙΡΩΣ –το τονίζω το εγκαίρως- ότι το σοβαρό περιστατικό ήμασταν εμείς; Έφυγα με το κεφάλι πιο κάτω κι απ το κάτω ΄,οδήγησα πολλή ώρα να ξεκολλήσω από τις εικόνες και τα σχήματα και το πήρα απόφαση: η λύπη παιδιά δεν έχει μέγεθος. Είναι απέραντη.

Την είχα δει αυτή την παράσταση. Παίχτηκε καλοκαίρι κάπου στο Πεδίο του Άρεως, Κηποθέατρο λεγόταν; Δε θυμάμαι πια. Θυμάμαι το ρίγος όμως που μας διαπέρασε όλους. Γιατί εκείνο το βράδυ η Τάνια Τσανακλίδου ΗΤΑΝ η Εντίθ Πιαφ. Τότε στρέψαμε και πιο καλά την προσοχή μας στον Άρη Δαβαράκη που έκανε εξαιρετική απόδοση των στίχων των τραγουδιών. Ωραίες εποχές. Η επόμενη μεγάλη παράσταση της κυρίας Τσανακλίδου για μένα παραμένει το Μαγικό κουτί. Ανάμεσα σ΄ αυτά απλώς απολαμβάνουμε μια σπουδαία ερμηνεύτρια να λέει αριστουργήματα αλλά και μετριότητες. Έτσι είναι αυτή η δουλειά. Κάθε μέρα αριστούργημα ούτε ο θεός δεν έκανε -που λέει ο λόγος.

(Παίζει το Αγάπη που ΄γινες με τη Μαρίκα Νίνου)

Αυτό το αριστούργημα πάλι γράφτηκε πριν γεννηθώ ακόμα κι εγώ. Το 1955. Η Μελίνα Μερκούρη το έκανε διάσημο αλλά η Μαρίκα Νίνου νομίζω το ερμήνευσε. 15 χρόνια φέτος από τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι, θα γίνει κάτι; Στο υπουργείο Πολιτισμού το ξέρουνε; Μήπως έχουν ανακοινωθεί πράγματα κι εγώ είμαι αδιάβαστη; Μακάρι, χίλιες φορές μακάρι. Πολύ φοβάμαι πώς θα χαρούμε με ό,τι πάει και θυμάται ο Γιώργος ο Μητρόπουλος.

Δεκαπέντε μέρες στα Ανώγεια θα μας παρασύρει φέτος ο Γιώργος Μητρόπουλος σε μια προσπάθεια να ξανακυλήσει ζεστό αίμα στις φλέβες αυτών των εορτών που καθιέρωσε εκεί πριν από ακριβώς 30 χρόνια ο Μάνος Χατζιδάκις. Ήμουν κι εγώ εκεί, που λένε. Η πρώτη μου δημοσιογραφική αποστολή! Κανέναν δεν ήξερα, ήμουν και ντροπαλή τότε, αφήστε, δύσκολα τα πράγματα, 200 νοματαίοι κι ένα ψάρι ήμασταν, το ψάρι εγώ δηλαδή. Φέτος ο Γιώργος, αυτό το πεισματικό μυρμήγκι του ραδιοφώνου αλλά και του έντεχνου τραγουδιού, θα μπλέξει τα αίματα. Παλιά με καινούργια. Όσοι έχετε προγραμματισμένες διακοπές τον Ιούλιο για Κρήτη βάλτε στο πρόγραμμά σας και τα Ανώγεια. Μην περιμένουμε να έρχεται συνέχεια ο πολιτισμός σε μας, ας κάνουμε κι εμείς κανένα βήμα προς το μέρος του. Έτσι απλά είναι.

Παίζει το Έτσι απλά με τον Κώστα Μακεδόνα

Αυτό το τραγούδι χωρίς να το… ξέρει βεβαίως- φωτογράφισε τα τελευταία 13 ολόκληρα χρόνια της ζωής μου. Μα έγιναν έτσι ακριβώς σας λέω τα πράγματα: Ο ένας έδινε το αίμα ο άλλος το φως και πάει λέγοντας. Και γιατί το συζητώ σα να ‘ναι παρελθόν; Δεν ξέρω. Από τα Χριστούγεννα κι εδώ πολλοί άνεμοι πέσαν στο καράβι μου και σκέφτομαι πως ίσως είναι πιο έντιμο να φεύγεις πριν καταστρέψεις αυτό που τόσο αγάπησες. Ή πριν του χαρίσεις την οδύνη να σε δει να σε παίρνουν πάλι αλλά πια χωρίς επιστροφή.

Ωχ μωρέ Νατάσσα κάθεσαι κι ακούς τον Γεράσιμο τώρα που δεν καπνίζει κιόλας. Ναι Γεράσιμε, σε δίνω στυγνά, να μάθει ο κόσμος. Άκου να δεις πώς έχει η ιστορία κορίτσι μου και αγόρι μου. Με μια δόση θυμό δεν πας Ιπποκράτειο. Θέλει θυμό 50 χρόνων και πέντε ανθρώπων μαζί, στο ρούφηγμα του καπνού για να γίνει σωστά η δουλειά. Ύστερα… Ύστερα Γεράσιμε, και με αλλαγμένη φωνή η ντροπή φαίνεται αγόρι μου, γιατί με όλες τις φωνές το ίδιο πράγμα θα πεις και θα σηκωθείς να φύγεις με το κεφάλι στα χέρια. Θα μου πεις τώρα: ντροπή είναι; Όχι αυτό που είπες δεν είναι, αλλά μήπως θυμάσαι τι ωραία που κλαίγαμε γελώντας τα δυο μας εκείνο το βράδυ για το ξεφτιλίκι που ακολουθεί μετά όταν η καρδιά δεν ξεκολλάει με τίποτα; Τέλος πάντων, έχουμε χρόνια μπροστά μας ν’ αναλύουμε. Την Παρασκευή τελειώνουν οι ανοιξιάτικες εμφανίσεις της οσίας τριάδας στο Μετρόπολις λάιβ στέιτζ κι από ο,τι μαθαίνω ετοιμάζουν έξοδο εντυπωσιακή. Ήταν να παίξουν και την άλλη Παρασκευή αλλά ματαιώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τους καλλιτέχνες. Οσοι δίνατε πανελλήνιες και περιμένατε σαν τρελοι να τελειώσετε για να πάτε να τους απολαύσετε, φοβάμαι, ότι κάποιος δεν σας σκέφτηκε καθόλου.Το καλοκαίρι είναι σχεδόν εδώ. Δημαρχαίοι, πολιτιστικοί σύλλογοι, επαρχία που λες ότι διψάς για ποιότητα, για κάντε κι εσείς το χρέος σαςπρος τους νέους. Και τους συγκεκριμένους και όλους όσοι αξίζουν από αυτή τη γενιά.

Ως εδώ γι’ απόψε, με ένα οργανικό κομμάτι του Μάνου Χατζιδάκι από τα 30 Νυχτερινά. Το ιατρείον ασμάτων, ο φύλακας διάβολός σας, θα ξανανοίξει την επόμενη Τετάρτη ακριβώς τα μεσάνυχτα. Από τη Στέλλα Βλαχογιάννη που με δικά της λόγια διηγείται τραγούδια άλλων, τους κυρίους Χάρη Κουτουλογένη και Βασίλη Κατσαρό που φρόντισαν τον ήχο μας, και το νοσοκόμο βάρδιας Γρηγόρη ο οποίος φοβάται πριν από το φόβο μου και ρέει πριν από τα δάκρυά μου, γι αυτό παραμένει ανεκτίμητος, καλό σας βράδυ, καλή Πέμπτη. Η κυρία Γιάννα Τριανταφύλλη ετοιμάζεται να έρθει στη συντροφιά σας. Μείνετε συντονισμένοι στο Β΄ Πρόγραμμα. Εδώ η μουσική ακούγεται και καμιά φορά πονάει κιόλας

Οι νύχτες των ψυχών θα τολμούσα να πω πως είναι αυτές οι τελευταίες. Νύχτες και μέρες αφιερωμένες σε ανθρώπους που μας άφησαν μόνους σαν κοινωνία. Μόλις σήμερα το απόγευμα η γη δέχτηκε την προσωποποίηση της αφοσίωσης: τον Ευγένιο Σπαθάρη. Ήταν καλός; ήταν κακός; δεν ξέρω. Θα το πει η Ιστορία, το έχουν πει ήδη οι σύγχρονοί μας ειδικοί , ήταν σπουδαίος. Τι να πω εγώ η αναλφάβητη; Ομολογώ ότι από παιδί ποτέ δεν με γοήτευε ιδιαίτερα το θέατρο σκιών και μεγαλώνοντας που ήρθαν και τα ιδεολογικά δεν με ενθουσίαζε η ταύτιση Καραγκιόζη και Έλληνα. Αλλά αυτά είναι τόσο ψιλά γράμματα που τους αξίζει ο ακαριαίος θάνατος. Στο πρόσωπο του Ευγένιου Σπαθάρη έβλεπα πάντα την εικόνα ενός ανθρώπου απολύτως αφοσιωμένου, αφιερωμένου, κανονικά ταμένου στην τέχνη που αγαπούσε. Κι αυτοί οι άνθρωποι πάντα μου αρέσουν. Τους υπολήπτομαι και τους σέβομαι κι ας μην τους ξέρω. Ο Ευγένιος Σπαθάρης έφυγε πλήρης ημερών έχοντας χαρίσει σε δεκάδες γενιές πιτσιρικιών και μη το πιο θαυματουργό πράγμα στον κόσμο: το γέλιο. Ας είναι το ταξίδι του ειρηνικό. Καλησπέρα σας.

Χτες Τρίτη 12 Μαΐου έκλεισαν 17χρόνια από την αποφράδα μέρα κατά την οποία ο Νίκος Γκάτσος επέστρεψε για πάντα στην πατρίδα του την Ασέα, ένα χωριό της ορεινής Αρκαδίας. Δεν σκέφτηκα καν την ιδέα του αφιερώματος γιατί ένα αφιέρωμα στο Νίκο Γκάτσο, σοβαρό και υπεύθυνο, μπορεί να θέλει και δυο χρόνια δουλειά ώστε να βγουν εκπομπές ενός έτους. Ομοιώματα αφιερωμάτων άκουσα και χτες και σήμερα στα ραδιόφωνα, θα ξεχωρίσω την Έλενα Διάκου και τα ηχητικά της ντοκουμέντα χτες το βραδάκι εδώ στο Δεύτερο, με δυο λόγια το κοινό ενημερώθηκε για την ας την πούμε επέτειο και τραγούδησε πάλι τα αληθινά τα λόγια τα μεγάλα του Νίκου Γκάτσου. Επέλεξα να παίξω στη μνήμη του το συγκεκριμένο τραγούδι γιατί μέσα στο τεράστιο δάσος της εργασίας του ως στιχουργός θεωρώ τον Γιάννη το φονιά ένα μοναδικό δέντρο, ένα δέντρο-πρότυπο, ένα τραγούδι αρχετυπικό τελικά. Είναι τόσο μα τόσο απλό και συνάμα τόσο σπαρακτικό και βαθύ που νομίζω θα έπρεπε να διδάσκεται ως ο ορισμός του τραγουδιού. Δεν θέλω να πω κάτι άλλο. Οι άνθρωποι ορφανεύουν από τους φυσικούς γονείς τους, αλλά από τους πνευματικούς τους πατέρες καμιά φορά είναι σα ν αποχωρίζονται μέλη του σώματός τους. Αυτές οι μέρες των ψυχών που έλεγα και προηγουμένως περιλαμβάνουν και τον, εορτασμό να το πω; των 100 χρόνων από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου.

Ο Γιάννης Ρίτσος τυπικά υπήρξε το αντίπαλον δέος της αριστεράς ως προς την ποίηση. Δυο Νόμπελ οι… άλλοι -πρώτα ο Σεφέρης και μετά ο Ελύτης- αλλά κι εμείς… ένα Λένιν! Σήμερα ηχούν λίγο αστεία αυτά αλλά εκείνα τα χρόνια μέτραγαν, μη νομίζετε. Δεν τίθεται θέμα ότι ήταν και οι τρεις τους μέγιστοι ποιητές, ετίθετο όμως ότι ένας αριστερός τότε δεν θα έφτανε ποτέ μέχρι το Νόμπελ. Πράγματα που φυσικά δεν έχουν καμία σχέση με την ίδια την ποίηση –έχουν ωστόσο να κάνουν με τις πωλήσεις και τις μεταφράσεις των έργων και άρα με χρήμα που, μη τρελαίνεστε, κανένας ποιητής δεν πλούτισε, τι δουλειά κάνουν οι εκδότες; Τέλος πάντων. Ο Γιάννης Ρίτσος μολονότι είναι και αναγνωρισμένος και πολυδιαβασμένος, τα τελευταία χρόνια της ζωής του μάλιστα κινδύνεψε να γίνει και λίγο γραφικός, πιστεύω ότι ακόμα δεν είναι τόσο εξερευνημένος όσο άλλοι ποιητές. Πέρα από ό,τι μελοποιήθηκε. το ποιητικό του έργο το κύριο δεν είναι γνωστό στο ευρύ κοινό. Τώρα θα μου πείτε καλά που έχουμε εμβαθύνει σ όλους τους άλλους και μας έμεινε απέξω ο Ρίτσος. Εντάξει, ας πω κι εγώ τον καημό μου που όχι μόνο μ αρέσει να διαβάζω ποίηση αλλά παθιάζομαι και σε επίπεδο ταλιμπάν άμα λάχει. Κανείς δεν είναι τέλειος.
Για να έρθουμε τώρα λίγο πιο κοντά στις ψυχές που παραμένουν επί της γης και φτεροκοπούν πότε φοβισμένα και πότε -να τολμήσω να το πω;-χαρούμενα.

Δε νομίζω ότι μπορεί να πει κανείς κάτι μετά από αυτό που ακούσαμε. Όποιος άκουσε κατάλαβε κι όποιος κατάλαβε ξέρει. Να πω μόνο πώς η κυρία Λένα Πλάτωνος και η μουσική της παρέα εξακολουθούν κάθε Τετάρτη και Πέμπτη να σας περιμένουν στο Κύτταρο. Αν δεν πάτε, σε βεβαιώ πως ΔΕΝ είναι εκείνοι που θα στεναχωρηθούν πολύ. Εσείς το ξένου τραγουδιού χτες την πατήσατε πάλι. 30000 κόσμο λέει, over dose λέει. η τροχαία άφαντη λέει, σκηνές Αφγανιστάν για να φύγουν από τη Μαλακάσα οι άνθρωποι. Με συγχωρείτε αλλά νομίζω πως αν ήμουν εκεί θα τον είχα δείρει εκείνον που το έτσουξε. Εντάξει ξέρω είμαι από άλλο πλανητικό σύστημαγεια σας.

Ναι, δεν υπάρχει μάταιο ταξίδι. Αλλά: πάμε στον κόσμο υπέροχα μονάχοι; Υπέροχα;. Γιατί εγώ δεν αισθάνομαι καλά μέσα σ όλην αυτήν την ερήμωση; Ξέρω, κάνω τα πάντα για να τους διώξω όλους από δίπλα μου αλλά αυτό είναι ένα ψέμα, να το ξέρετε, να το πείτε αν χρειαστεί ποτέ. Δε θέλω να είμαι μόνη μου κόσμο, θέλω κόσμο πολύ κι ας μην ξέρω κανέναν τους, να περπατώ ανάμεσα σε σώματα που προχωρούν στο δικό τους πεπρωμένο να διασχίζω δρόμους που προπορεύονται και έπονται άλλοι κι ας μην ξέρω κανέναν κι ας μη μου μιλήσει κανείς. Είναι η ελπίδα πως ίσως… που ξέρεις… μπορεί… σ αυτή τη στροφή…. στην επόμενη… να περιμένει μια συνάντηση.

Παίζει ο Θερμοσίφωνας με τη Γιώτα Νέγκα
Καλά θα κάνει να μην πλησιάσει η μητέρα γιατί ποτέ δεν είναι αργά για να δείρεις κάποιον. Έχω ρίξει εγώ κλωτσιές στα μάρμαρα… Κοίτα να δεις. Εγώ ξέχασα να τον ανάψω πλύθηκα με κρύο νερό, πάει η καρδούλα, ο Νίκος και σε σπίτια με μπόιλερ που ζει κατά καιρούς τρέχει τις νύχτες να βρει θερμοσίφωνα να κατεβάσει το διακόπτη. Σαν να μη μας έφτανε το οικογενειακό μας δράμα με τους θερμοσίφωνες, σήμερα το απόγευμα ήρθε και τρύπωσε δίπλα μας ένα δίχρονο κοριτσάκι με κάτι τεράστια μάτια γεμάτα φόβο. Έκατσε πάνω στα πόδια του σε μια γωνιά Και μας περιεργαζόταν τρομαγμένο. Ήταν σαφές πως προερχόταν από άλλη ιστορία, δεν ξέρω μέσω ποιας επιστημονικής μεθόδου με τον χωρόχρονο υπεισήλθε στη δική μας, πάντως ήταν εκεί και κοίταζε. Και δεν το ‘χω σε χειρότερο από το να με κοιτάζει ένα παιδί. Χίλιες φορές να με κοιτάζουν με αίμα στα μάτια ο Αλή Μπαμπά και οι 40 κλέφτες, πάντως-όχι-παιδί. Τι κοιτάς παιδί μου; λέω χίλιες φορές πιο τρομαγμένη εγώ από εκείνο. Πώς σε λένε, από πού είσαι; Κοίταζε αυτό, πήρε να δακρύζει, ωραία λέω, τώρα θα συνεννοηθούμε σε μεγάλο βάθος διαταραχής, σκανάρω τι υπάρχει στο χώρο γύρω μας, βλέπω πράσινο σαπούνι βλέπω νερά στο πάτωμα βλέπω μια νέα γυναίκα με κομπιναιζόν και το άρρωστο στήθος της έξω, να κατευθύνεται προς το παιδάκι, δεν θυμάμαι πώς έγινε τι έγινε μέσα στον πανικό, θυμάμαι μόνο να το κρατάω στην αγκαλιά μου και να τρέχουμε σε άγνωστους δρόμους τοπία χώρους χρόνια πρόσωπα, εκείνο ναχει γείρει στον ώμο μου και να μου ψιθυρίζει στ αυτί: εμένα θα με γνωρίσεις σε 30 χρόνια από σήμερα, αλλά επειδή ξέρω ότι θα προσπαθήσεις να με σώσεις, σε έχω ήδη στοιχειώσει!
….Λοιπόν…. ως εδώ οι αντοχές. Η γιατρός σηκώνει ψηλά τα χέρια κηρύσσει την εκπομπή σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης δηλαδή φασισμό δηλαδή θα βάλω τραγούδια για πάρτη μου, όσοι πίνετε αρχίστε, όσοι καπνίζετε συνεχίστε κι όσοι αγαπάτε το χορό αμέσως όρθιοι. Πάμε.

Ο ύπνος τους μυρίζει πυρκαγιά που έγραφε και χρόνια πριν ο Οδυσσέας Ελύτης. Μωρέ αν κάτσω γω να σου πω τι έβλεπα στον ύπνο μου από 9 χρονών παιδί δεν θα τα σκίσεις τα πτυχία θα τα μαγειρέψεις και θα τα κάνεις τραπέζι στους φίλους σου. Όσοι πήγανε στον ύπνο για παρηγοριά και τον βρήκαν στη θέση του τη γλυτώσανε φτηνά, σαν τους φυλακισμένους που άμα εργάζονται μετράει η κάθε μέρα της ποινής τους διπλή. Όσοι δεν τον βρήκαν όμως; Όσοι τιμωρήθηκαν με τον φόβο του θανάτου που κληρονόμησαν από τους προγόνους τους και τάχθηκαν να μείνουν ακοίμητοι για πάντα, μ αυτούς τι γίνεται παιδιά; Η φαρμακευτική κάνει άλματα , και τριπλουν και επι κοντώ και το άλλο το απλό, αλλά έλα που εγώ πάντα σιχαινόμουνα τα σπορ;

Παίζει η Στέλλα Χασκήλ με τη Μαριώ

Η ειρωνεία είναι πως η πιο διάσημη Στέλλα υπήρξε μια γυναίκα που την έλεγαν… Μελίνα. Τιμή μας βέβαια δεν λέω θα σωθεί κάπως το όνομά μας έστω και μ ένα είδος ετεροπροσωπίας. Μια Στέλλα τι την είχατε θα λένε όσοι γεννήθηκαν να ψάχνουν και η μόνη απάντηση θα είναι : ακουστά. Την είχαμε ακουστά! Όχι δεν ψάχνω καμιά υστεροφημία, μη νομίζετε, παίζω απλώς με τα λόγια τα ειπωμένα και τα μασημένα, παίζω με τα ονόματα που μας δίνουν ή που μας παίρνουν, εγώ ας πούμε αν είχα γεννηθεί ένα χρόνο νωρίτερα θα λεγόμουν Κατερίνα αν είχε ζήσει η πραγματική Κατερίνα δεν είχα γεννηθεί εγώ. Όλα παιχνίδι είναι, τζόγος σκληρός των αισθημάτων για να κλαίς και να μη φωνάζεις, για να φωνάζεις και μετά να ντρέπεσαι που δεν είχες το δικαίωμα να φωνάξεις, για να διεκδικείς αυτό που ξέρεις ότι ποτέ δεν θα έχεις γιατί όποιος σε αρνήθηκε μια φορά σ αρνήθηκε γα πάντα. Να κεράσω ένα τραγούδι ρε Στέλλα των τραγουδιών;

Παίζει το Περαστικός κι αμίλητος με τη Σωτηρία Μπέλλου

Το αμίλητος το έχασα στο παρά ένα λεπτό. Σ όλα τα άλλα είμαι μέσα. Κι αν κάποτε σου έρθει να το χορέψεις αυτό το τραγούδι τα παλαμάκια από τον ουρανό θα είναι δικά μου. Συμπέρασμα δεν έβγαλα για να σου το κληροδοτήσω. Και ο θεός τις έκανε τις αδικίες του και ο κόσμος βγήκε σκάρτος άπειρες φορές. Ένα χατίρι ψάχνω δεκαετίες τώρα. Να ξημερώνει Κυριακή και να μυρίζει το σπίτι τηγανίτες. Η μόνη τρυφερότητα της μάνας μου, αυτές οι Κυριακές. Να ξημερώνει λοιπόν Κυριακή να μυρίζει το σπίτι τηγανίτες και θεέ μου να μην έχει αρχίσει ακόμα η κύρια ζωή μου.

Υπάρχουν ακόμα γενναίοι άνθρωποι; ρώτησε το παιδί τον γονιό του. Εκείνος κώλωσε. Από το μυαλό του πέρασαν όλοι οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι πρόεδροι κρατών, οι πρόεδροι πολυεθνικών, όλοι τους ψυχή τε και σώματι Ράμπο, να κρατάν τα υπερσύγχρονα όπλα και να καθαρίζουν τους υποσιτισμένους εχθρούς. Αυτοί είναι οι γενναίοι -σκέφτηκε; Που αλωνίζουν μοιράζοντας θάνατο, αυτό το πρότυπο του πάσης φύσεως στρατιώτη θα δώσω τώρα στο μικρό, εγώ ο γονιός ο ανοιχτόμυαλος κι ο λίγο πιο μπροστά από την κρεαταγορά του κόσμου; Ποιοι σκατά είναι οι γενναίοι σήμερα; τι να του δείξω; τι να του πω;…. Και ήρθε αυτό το τραγούδι κι αυτή η φωνή κι αυτός ο καλλιτέχνης (Αλκίνοος Ιωανίδης, Πατρίδα) και ηρέμησε τα θυμικά του παιδιού που ρωταγε και του γονέα που ΔΕΝ απάνταγε. Υπάρχουν μικρό μου –του είπε. Είναι εκείνοι που σωπαίνουν όταν το σύμπαν δίπλα τους φλυαρεί, είναι εκείνοι που παρατηρούν τον κόσμο με την καρδιά στα χέρια και το κεφάλι ανάστατο, είναι εκείνοι που θα συλλέξουν τα ρινίσματα της αλήθειας από κάθε γωνιά της ιστορίας και θα τα κάνουν τραγούδι βιβλίο ταινία για να μπορέσουμε κι εμείς να στηρίζουμε κάπου τα δεκανίκια της ζωής μας. Η γενναιότητα δεν παίζεται ανάμεσα στις σφαίρες που πάνε κι έρχονται. Παίζεται σ’ αυτούς που τολμούν να αρθρώνουν με απόλυτη καθαρότητα την αιθάλη που σκέπασε τον κόσμο μας. Καλησπέρα σας.

Παίζει το τραγούδι Τους εχω βαρεθει με τη φωνη της Μαρίας Δημητριάδη.

Τέτοια λέγαμε, τέτοια πιστεύαμε, τέτοια τραγουδούσαμε έξω φωνή. Για να διακτινιστούμε 30 τόσα χρόνια μετά και ν ακούμε από το ραδιόφωνο το Θάνο Μικρούτσικο να λέει: Με ρωτάνε που τραγουδάω την Κυριακή; Μα στην Κυριακάτική ή τη σαββατιάτικη η την παρασκευιάτικη -δεν θυμάμαι τώρα- εφημερίδα, μας ενημερώνει ότι τραγουδάει. Και λες εσύ τώρα: είναι ο ίδιος άνθρωπος που μου ζητά να είναι ο πολιτισμός τσάμπα; Γιατί στο περίπτερο ο καταναλωτής για το σι ντι θα πάει όχι για την εφημερίδα. Και θ’ αγοράσει συλλογές επί συλλογών με τραγούδια που ΗΔΗ έχει στη δισκοθήκη του. Και λες εσύ τώρα: αν κυριέ μου εσύ που είσαι πια Μεγαλούτσικος σε όλα, και στα χρόνια και στη σοφία και στην πείρα, βάζεις το καρφάκι σου στο φέρετρο της ελληνικής δισκογραφίας εγώ η ανόητη που πίστεψα και πορεύτηκα με βάση αυτά που πίστεψα από πού θα πιαστώ; Γιατί έτσι κύριέ μου σπάει η αλυσίδα κόβεται η συνέχεια. Ποια εφημερίδα θα βγάλει ένα νέο παιδί, τι θα κάνουν όλα αυτά που ξεκινάνε τώρα; Τέτοιες κινήσεις είναι απλώς οδηγίες για αυτοκτονία. Δεν ξέρω ρε παιδιά, πώς μπερδεύτηκαν έτσι όλα, τι κόμπος ναυτικός έγινε και δε λύνεται με τίποτα; Να τα πάρετε τα φράγκα σας οι μεγάλοι δε λέω, τα αξίζετε, γράψατε ιστορία, ανοίξτε κι ένα δρομάκι διάβολε για τα νέα παιδιά. Παιδιά σας είναι στο κάτω κάτω από κάθε άποψη, και ηλικιακά και καλλιτεχνικά.

Δε βαριέσαι. Εντάξει μωρέ, και τι έγινε; Αυτή είναι η επικρατούσα ιδεολογία. Όποιος τολμήσει και υιοθετήσει δημόσια αυτή την προσέγγιση των πραγμάτων κάνει κυβέρνηση αύριο το πρωί με 300 βουλευτές ολοδικούς του. Άσε με κάτω Γρηγόρη δε μπορώ. Λες να κάνω κάτι να ξεβρομίσω και λερώνεσαι περισσότερο. Φεύγω γι αλλού εγώ τώρα, για τα καθαρά μου, για τα όσιά μου, για εκείνα που συνεχίζουν να με σώζουν όταν το σκοινι στο λαιμό σφίγγει απειλητικά. Λοιπόν νοσοκόμε, την περασμένη εβδομάδα ξέπλυνα μια ντροπή 30 χρόνων. Πήγα και άκουσα τη Λένα Πλάτωνος -λάιβ που λέμε κι εμείς οι εγγράμματοι.

Το κύριο επάγγελμά μου, η δημοσιογραφία με έχει ξεράσει αρκετό καιρό τώρα. Φεύγοντας από το Κύτταρο εκείνο το βράδυ έγραψα ένα κείμενο το οποιίο μου έκανε την τιμή να φιλοξενήσει στο blog του ο πολυτεχνίτης και ονειροσπίτης Αντώνης Μποσκοΐτης. Σας το διαβάζω όχι για την αξία του κειμένου, απλώς για να δώσω αξία σε όλα εκείνα τα άπειρα που συναισθάνθηκα ακούγοντας και γνωρίζοντας επιτέλους την κυρία Λένα Πλάτωνος:

Πηγαίνοντας την περασμένη Πέμπτη στο Κύτταρο, και μάλιστα με μια παρέα που εκπροσωπούσε την απολύτως νέα γενιά στο ελληνικό τραγούδι, είδα τη γενιά μου (1980) να έχει ακόμα τόσο περίσσευμα καλλιτεχνικού ήθους και αξιοπρέπειας που λειτούργησε σχεδόν σαν θεραπεία μέσα μου. Είχα σχεδόν ξεχάσει πως τα πολύ εσωτερικά πράγματα, τα άυλα, τα απ’ αλλού φερμένα έχουν ακόμα τη δύναμη να κάνουν ένα κοινό μη φίλαθλο να στέκεται όρθιο και δακρυσμένο και να ζητά να μην τελειώσει ποτέ αυτό που ΕΖΗΣΕ -όχι παρακολούθησε- επί δύο και ώρες.

Σκέφτηκα πόσοι άγγελοι εξέπεσαν του αξιώματός τους -άλλοι χάριν δημοσιότητας και κέρδους και άλλοι χάριν μιας ομορφιάς που είναι αποφασισμένη να επιβληθεί και ως τραγουδίστρια. Σκέφτηκα πόσα ταλέντα -πάντα για τη γενιά μου μιλάω- συν τω χρόνω είτε σώπασαν είτε απεσύρθησαν στον εαυτό τους και βιοπορίζονται μακριά από το όνειρο. Κι επειδή πράγματι: έτσι τελειώνει ο κόσμος, όχι με έναν κρότο αλλά μ έναν λυγμό, είδα στην δυσκίνητη φιγούρα και στην απόκοσμη ματιά της κυρίας Λένας Πλάτωνος πόση δύναμη και αντοχή μπορεί να έχει ένας άνθρωπος στην πάλη με τον εαυτό του, με τη σάρκα του, με το μυαλό του, με τα σωθικά του, με τις κεντρικές αρτηρίες της ύπαρξής του. Κι αυτό σημαίνει να μπορεί να συνεχίζει ΚΑΙ να υπάρχει ΚΑΙ να δημιουργεί.

Κοιτώντας την συνέχεια όλη την ώρα που ήταν στην σκηνή είδα όλους τους λυπημένους του κόσμου να χορεύουν ένα χορό όχι θανάτου, καθόλου, ένα χορό όπου η απελπισία γίνεται δύναμη, η απόγνωση φτερό στην πλάτη και το μαχαίρι που φέρνει στροφές μέσα στην πληγή το μαγικό ραβδί για μιαν επί της γης κερδισμένη αθανασία. Ξέρετε, μας δίνουν χάπια για να πενθούμε χωρίς να κάνουμε φασαρία. Μας δίνουν φιλικά χτυπήματα στην πλάτη για να γίνεται ο λυγμός βήχας και να φεύγει. Μας δίνουν χαμόγελα από φυτεμένα δόντια για να ληστέψουν και τον τελευταίο κόκκο σκόνης από τις ανεξαργύρωτες ψυχές. Χρησιμοποιώ πληθυντικό αριθμό όχι γιατί αθροίζω τον θλιβερό γραφιά εαυτό μου με τη δημιουργό Πλάτωνος αλλά γιατί τον αθροίζω με τη «συμμαθήτρια» στις διαδρομές του σκοταδιού που επιθυμώ ν’ αξιωθώ κάποτε να έχω την τιμή ν αποκαλώ: Λένα.

Δεν θέλω να σας πω για το πρόγραμμα. Εξαιρετικό είναι. Και; Θ’ αλλάξει ο ρους της ελληνικής ψυχαγωγίας κατόπιν αυτού; Όχι βέβαια. Τα ίδια περιττώματα θα συνεχίσουν να διακινούνται και να τζογάρουν. Γράφω γι αυτήν τη γυναίκα που με τάραξε βαθιά την περασμένη Πέμπτη γιατί:

Βαρέθηκα, σιχάθηκα, αηδίασα πια με τους αυτοαποκαλούμενους «καταραμένους» που έχουν τρεις νότες στις χορδές και δυο συγχορδίες στην κιθάρα.Κουράστηκα με τους επαναστάτες υποβαθμισμένων και μη προαστίων που γίνονται ιερουργοί μιας δανεικής τέχνης (με πόσο χιπ χοπ μεγάλωσαν πια τα παιδια τους τα Αιγάλεω και τα Περάματα;) και διδάσκουν την πιτσιρικαρία ότι διαφέρεις με το ντύσιμο και το στυλ και δυο χριστοπαναγίες που θα πεις στους γονείς σου αφού σου έχουν πληρώσει πρώτα το λογαριασμό του κινητού.

Και κυρίως γιατί:

την ώρα που θα πεθαίνω δεν θέλω να σκέφτομαι τη ζωή μου σαν κακή ταινία αλλά σαν μια πεταλούδα Μπρένθις που ήρθε για να με πάρει στα φτερά της και να με πάει όπου.

Φυσικά και ήταν εκεί ο Γιάννης Παλαμίδας, πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Και μάλιστα κάνει ένα συγκλονιστικό φινάλε μαζί με την Πλάτωνος, δεν σας λέω τι και πώς να πάτε να τους τιμήσετε και να τιμηθείτε από αυτούς. Κάνει ένα φινάλε από εκείνα που σηκώνουν το κοινό όρθιο να χειροκροτάει ασταμάτητα, σχεδόν να παραληρεί για μια τέχνη που δεν θεωρήθηκε ποτέ ούτε σουξέ ούτε τρέντυ ούτε ξέρω γω τι άλλο. Γι αυτό που είναι μόνο: καθαρή ειλικρινής τέχνη. Στο Κύτταρο εμφανίζονται επίσης η Μάρθα Φριντζήλα, η νεαρή Εττέν, ο Κων/νος Β. σε δυο συγκλονιστικές ερμηνείες και η φοβερή και τρομερή Βικτόρια. Δεν σας λέω να πάτε να τους δείτε. Είναι από τα πράγματα που είτε κανείς θεωρεί ότι τα οφείλει στον εαυτό του είτε δεν τον αφορούν καθόλου. Το τραγούδι που ακούσαμε προηγουμένως είναι από τον δίσκο του Παλαμίδα Δωρητής Σώματος και αυτό ναι, λέω να το πάρετε να το ακούσετε. Ειναι ωραίος δίσκος
Πάμε τώρα να βάλουμε τις φωνές.

Ναι η Δανάη Παναγιωτοπούλου ήταν, χαίρομαι που την αναγνωρίζετε πλέον αμέσως, από το καινούργιο της Χόμο Λογκότυπους, -μακριά από μας, ο χαρακτηρισμός όχι ο δίσκος. Έλεγα στην αρχή για τους παλιούς και τους φτασμένους. Έχω 3-4 χρόνια τώρα που όπου βρίσκομαι επαγγελματικά φωνάζω για τη γενιά του 2010 την οποία βλέπω να σχηματίζεται ταλαντούχα και δυναμική αλλά σχεδόν χωρίς καμιά προοπτική. Οι εταιρείες ξεπουλάνε το στοκ τους στις εφημερίδες, η αυτοκρατορία έχει μαζέψει το σύμπαν αλλά τα ποιοτικά αποτελέσματα είναι πενιχρά, τι θα κάνουν τα νέα παιδιά, δεν ξέρω. Σολντ αουτ η Νατάσσα ο Γεράσιμος και ο Θέμης στις εμφανίσεις τους και όμως γκρίνιες ακούγονται από Πανεπιστημίου μεριά. Τι να πω. Ας μας πει κάτι μια άλλη νεαρά που δεν έχει ακόμα αξιωθεί να τυπωθεί η φωνή της σε δίσκο. Για πάμε

Μαρία Παπαγεωργίου, σημειώστε εσείς, το μέλλον θα βρει τρόπους, σ’ ένα τραγούδι του οποίου τους στίχους και τη μουσική έχει γράψει ο Αλέξανδρος Εμμανουηλιδης-σημειώστε τον κι αυτόν κι ας είναι ακόμα άστεγος. Είναι τα παιδιά που σας έλεγα ότι κατά τον αυτοκράτορα γράφουνε θλιβερά τραγούδια. Αν έχετε χρόνο και διάθεση να εκνευριστείτε πάτε ένα χάραμα στη χωματερή να δείτε πόσα φορτηγά ξεφορτώνουν cd, γιατί εκεί καταλήγει πολύ μεγάλο μέρος των υπερπαραγωγών, υπέρ σε ποσότητα λέμε. Πάρα από το τραγούδι όμως υπάρχουν κι άλλες τέχνες. Η γενιά του 2010 η οποία -πιστέψτε με- είναι εδώ, έχει και ποιητές έχει και ζωγράφους έχει και ηθοποιούς. Που θα πάει θα τους μάθουμε κάποτε. Ακούστε τι έφτασε στα χέρια μου πριν λίγες μέρες:

Σειρήνες
Να είσαι ειλικρινής και να πεις κάτι για μένα. Υπάρχει κάτι αδιόρατα σαφές στην ατμόσφαιρα. Σταγονίδια κυκλοθυμίας. Έλα, πες κάτι για μένα… Θες πάλι να μιλήσω για σένα; Χάιδεψε. Χαστούκισε. Πες – πες, με κατάφερες, σου λέω. Πάρε – δώσε, τι θες; Εμένα για σένα μου λες, θα σου κλείσω τα μάτια, θα βάλω μια άλλη συνθήκη να σε φανταστώ εδώ τώρα μα κάπως άλλοτε κι αλλιώς, έχω ανάγκη το ταξίδι γιατί έχεις ανάγκη το ταξίδι μου εσύ, με πας και με φέρνεις εκεί που έρχεσαι και πηγαίνεις, εγώ δεν ταξίδεψα ποτέ, δεν είδα τα πολλά, ο νους μου δεν κατεβάζει, είμαι κλεισμένος χρόνια πολλά σε ένα δωμάτιο, χαραμάδα δεν περισσεύει καμία -και θες να μιλήσω για σένα εγώ άνθρωπος αταξίδευτος κι αποκλεισμένος. Αυτό που είμαι αποκλεισμένος λες με κάνει πιο ταξιδευτή, έτσι πιστεύεις θα γίνεις κι εσύ ταξιδιάρης, φλυαρώ και σωπαίνεις, φλυαρείς και σωπαίνω κι εγώ, φλυαρούμε και σωπαίνουμε ταυτόχρονα κι οι δύο, κανένας δε θα νικήσει, να, το μόνο ταξίδι που πάω κι έρχομαι κι εσύ μαρτύριο και προορισμός κι αν μιλήσω για σένα, εσύ είναι για μένα που μιλάς, σε σώμα έχουν κλειστεί όλες οι φωνές μου, κι οι δικές σου φωνές χώρεσαν εδώ μέσα, δεν μπορούν να φωνάξουν, μουγκανίζω για να νιώθω έστω μουγκός, νιώθω κουτσός, νιώθω κουφός, κουλός και όλα τ’ άλλα, με γλώσσα κοφτή ξυρισμένος άτσαλα στο κεφάλι, πώς κουρεύεις τούτα εδώ τα φαντάρια σα γίδια για να ξεμπερδεύεις, η αφή δεν πιάνει τίποτα, και σόμπα να πιάσει κάστανο δεν καταλαβαίνει από την πυρά, κι η γεύση δε γεύεται, μόνο μιλάει, μιλάει, μιλάει, κυλά από τη γλώσσα βαθιά κάτι καμένο σα μέλι, έχει μαλλιάσει να κυλά, ό,τι να πει είναι μια μαλακία μελάτη, η μύτη μυρίζει καυτά τ’ απαυτά, διπλώθηκα στα δύο, έγινα σκύλος, αυτιά δικά μου είναι αυτά, πεσμένα άχρηστα, πιστά, σπάω ξυλάκια μέσα στα τύμπανα των αυτιών μου και στο λαβύρινθο των αυτιών ακούω ασύλληπτες τυμπανοκρουσίες, δεν θέλω να σε ακούω άλλο πια, έχεις κλείσει μέχρι κι εσύ τα αυτιά σου και τα μάτια, για να αντέξεις, είναι όλα τόσο συριστικά, δε βλέπω, είναι κλειστή σου λέω η πόρτα, δε βλέπεις λες σου ‘χω δέσει τα μάτια

και:

Μαρία Μαγδαληνή

…δε θα σε σκοτώσω
μπρος στα μάτια σου
υπακούω σε κανόνες αρχαίας τραγωδίας
σε κανόνες άγνοιας και πάθους υπακούω
ένας ναός
δυο είδωλα ο έρωτας
αν σε σταυρώσω εκεί
δε θα’ ναι για να σε δω να πεθαίνεις, όχι
θα’ ναι για τη στιγμή που σε αποκαθηλώνω
θα έχεις μάθει τους ίδιους κανόνες
θα θες να αναστηθείς
μα δεν θα μπορείς
μπρος στα δικά μου μάτια
επέλεξες στον έρωτα να είσαι χριστιανός, εντάξει
μα εγώ τα είδωλα λατρεύω και το τώρα
φρόντισε, νεωκόρε, να μη το μετανιώσω
τότε μονάχα μύρο τα πόδια σου θα αλείφω
βλέπεις, το χρέος μου το ξέρω
να τα τελειώνω όλα εδώ -και όχι
άλλου οίκου θεού δραπέτης,
αλλά θα με συγχωρείς
ή θα σταυρώνεσαι σ’ άλλο σταυρό δεσμώτης
το δικό μου αμάρτημα άφησες εκκρεμές για τη δευτέρα θανή σου
δεν σήκωσες όλο το βάρος του κόσμου καθώς λες
γιατί εμένα δε με αγάπησες ακόμη

Δεν είμαι η Καρυοφυλιά Καραμπέτη, δεν είμαι ο Νίκος Αιβαλής, ας με συγχωρέσει ο ποιητής αλλά ήθελα οπωσδήποτε ν ακουστούν αυτά τα κείμενα. Ανήκουν σ ένα πάρα πολύ νέο παιδί, το οποίο μόλις γνώρισα –εκείνη η Πέμπτη στη Λ. Πλάτωνος θα αποβεί μοιραία μου φαίνεται. Είναι ηθοποιός, άνεργος βέβαια, είναι και φιλόλογος αλλά δεν τον νοιάζει. Και που γράφει δεν τον νοιάζει. Αλλά νοιάζει εμένα. Γι αυτό αποφάσισα να τον εκθέσω δημοσίως μπας και δεσμεύσει τον εαυτό του με τη γραφή κάπως περισσότερο. Αντώνης Γκρίτσης λέγεται και θα μας απασχολήσει. Ως γραφιάς σίγουρα. Για τα άλλα δεν έχω γνώμη. Η μουσική που συνόδεψε τα λόγια του Αντώνη ήταν της Μαρίας Παπαγεωργίου. Η γενιά του 2010 που λέγαμε; Που της ετοιμάζουν εκδρομή στον Καιάδα αλλά εμείς θα το εμποδίσουμε; Ή όχι;

Ξέρεις ποια είναι η ειρωνεία; Όταν αποφάσισα να λύσω τα μάγια στο αμίλητο νερό, στέγνωσε η ζωή μου. Άδικο. ΄Η και δίκαιο. Ποιος θα το πει; Όλοι αγαπήσαμε ίσκιους, όλοι χάσαμε δικούς μας σφυγμούς. Κι εσύ που βρίσκεις συνέχεια τρόπους να γλιστράς και να σωπαίνεις και να κρύβεσαι ενώ το μόνο που σου ζητήθηκε ήταν μια καλύτερη σύνταξη σ εκείνα που μπορείς, θα κάνεις χρόνια ν ακούσεις την καληνύχτα μου. Κι όταν φτάσει να την ακούσεις μπορεί να την έχω καταφέρει να σημαίνει και αντίο!