Φυσικά και δεν ήταν ψεύτικο αυτό το κορμί-ρημάδι. Γι αυτό έκανε όλο τον γύρο της Κόλασης, κατάφερε έναν κύκλο που κάποιοι τον είπαν μηδενικό αλλά έκαναν λάθος, ναι, κατάφερε έναν κύκλο για να ξαναγίνει κορμί ανθρώπινο, θνητό, ιδρωμένο, ματωμένο, μισητό και ποθητό ταυτόχρονα αλλά και δυνατό πλέον. Αυτό το μεταίχμιο της μέρας που λέγαμε και τις προάλλες…. Πού να γείρω απόψε; Στην προδοσία της Τετάρτης ή στον σταυρό της Πέμπτης; Πού να κατευθύνω τα δάκρυά μου; Στη μοίρα του προδότη ή στο θάνατο του προφήτη; Πού να επικεντρώσω τη θλίψη μου; Στα σταυρωμένα σώματα που φοβήθηκα λυπήθηκα και αγάπησα -ακριβώς με αυτή τη σειρά- σε μιαν τελευταία αναλαμπή καρδιάς πριν τη μεγάλη νύχτα; Ναι, σ’ αυτά.

Τώρα τις νύχτες δεν πετιέσαι πια κανείς δε σε φωνάζει. Δολοφόνησα τους προδότες και εξαργύρωσα χιλιάδες ρωμαίους μισθοφόρους για να μη σε πειράξουν, να σε φυλάνε σαν άγιο και σαν παιδί που κάνει το ίδιο. Κοιμάσαι και στον ύπνο σου μια άλλη ζωή σε περιμένει να την αρχίσεις από το άλφα της. Να μη φοβάσαι τα πουλιά. Όπως είπε και μια φίλη σου: τα πουλιά είναι μάρτυρες και τρέφονται με χρόνια. Τάισέ τα την καρδιά σου και θα σου διδάξουν τη μαγεία των μοναχικών πτήσεων.

Παίζει το Νανούρισμα της Παναγίας του Χρηστου Τσιαμούλη με την Ελένη Βιτάλη

Αυτό θα μπορούσε να ήταν το τελευταίο νανούρισμα της Παναγίας στο μονογενή υιό της θλίψεώς της. Ανιστόρητη η υπόθεσή μου αλλά τι σημασία έχει; Όποια ιστορία ήταν να γραφτεί γράφτηκε, εμείς με τα συμπεράσματα λαβωνόμαστε 2000 χρόνια μετά. Ιησούν ή Βαραββά; Τον Ιούδα ή τον Πέτρο; Ο ένας πήρε χρήμα και αυτοκτόνησε ο άλλος μετανόησε και αγίασε. Δεν είναι αυτό το θέμα μου. ΠΟΙΟ είναι το θέμα μου; Τι σόι θέματα έχουμε και βαραίνει έτσι το σώμα μας σαν κουρασμένο από εκατό ζωές που έζησε στη φαντασία του; Ευτυχώς, -ευτυχώς;-, τούτη η ράτσα η δικιά μας έχει ένα τρόπο να τη φωνάζει τη λύπη της, να τον ουρλιάζει τον πόνο της -να στρογγυλεύουν τουλάχιστον οι γωνίες του.

Μωρέ αν ήταν έτσι εύκολο θα είχαμε πήξει στις φωτιές. Σπίθα και λησμονιά. Δεν πάει έτσι, ποτέ δεν πήγε. Λες: θα τη βγάλω κι αυτή την ανηφόρα, θα τα κάνω τα ρημάδια τα βήματα χωρίς να πέσω κάτω. Και θα τα κάνεις. Και θα τη βγάλεις κι αυτή την ανηφόρα. Και λοιπόν; Τι έχει για μετά; Δεν είναι κάθε βουνό Γολγοθάς ούτε κάθε ξύλο σταυρός. Είναι όμως κάτι λεπτομέρειες τόοοοσο μικρές τόσο ανεπαίσθητες που σου λογχίζουν το σώμα ακαριαία. Αυτή η τόσο σιγανή φωνή ας πούμε στο τηλέφωνο, ήταν έγνοια ή προδοσία;

Ο Ιούδας είναι ρόλος γι αυτό και πήρε τόσα πολλά ονόματα προϊόντος του χρόνου. Η προδοσία όμως είναι έργο, είναι πράξη. Δεν αλλάζει όνομα υφή και πικρή γεύση. Και είναι στην καθημερινότητα μας η πιο συχνή συνήθως επικάλυψη των πάσης φύσεως σχέσεων. Άλλωστε όλοι είμαστε εν δυνάμει προδότες, όλοι κάποια στιγμή δώσαμε κάτι που δεν έπρεπε, άσχετα αν η μετέπειτα επίγνωση μας έκανε λιώμα. Ο Ιούδας πρόδωσε για το χρήμα όπως οι περισσότεροι συνάδελφοί του άλλωστε. Άλλοι το κάνουν για δύναμη για εξουσία ακόμα και για μιαν αγάπη. Χωρίς να το παίζω έξυπνη και υπεράνω -δεν τίθεται θέμα άλλωστε- δεν βρίσκω έναν καλό λόγο που ν’ αξίζει να κάνεις μια προδοσία. Ίσως με χαλάει ο τρόπος!

Η δολιότητα λένε οι γραφές ήταν η αθλιότης του τρόπου αυτής της προδοσίας. Αλλά εγώ τώρα θέλω να σταθώ σ’ αυτή τη μαγική φωνή που ακούσαμε. Ήταν η κυρία Νεκταρία Καραντζή στην οποία όπως όλα δείχνουν θα παραδώσει την ιερή του σκυτάλη ο μέγας κ. Χρόνης Αηδονίδης. Πρόσφατα ανακάλυψα την κυρία Καραντζή -τη λέω τη ντροπή μου. Και μαγεύτηκα. Σε προσεχή ιατρεία θα την ακούσουμε να τραγουδά κομμάτια που η ίδια ευγενικά μας παραχώρησε και θα ξαναανακαλύψουμε την πυρίτιδα: Τόσο ταλέντο υπάρχει, τι έχει το έρμο το τραγούδι και ψοφάει; Καλά εντάξει ξέρουμε τι έχει. Πίσω στα πάθη μας εμείς.

Τι μοιραία πόλη και αυτή! Γεμάτη αίμα, σπαθιά, στρατιώτες, πένητες, ρασοφόρους, γεμάτη λιβάνια και ήχους από καρφιά που μπαίνουνε σε σάρκες, αιώνες τώρα. Όλες οι ηλικιωμένες γυναίκες της γενιάς των γονιών μου μια λαχτάρα είχαν, να πάνε στα Ιεροσόλυμα ν’ αγγίξουνε τα πάθη. Κάποιες πήγαν κάποιες όχι. Η δικιά μου, η Κατίνα, ήταν από τις… όχι. Αλλά…. Αλλά παρακαλώ πέρα από τα χιλιάδες φυλαχτά και σταυρουδάκια παράγγειλε και της φέρανε το σάβανό της καθώς και του Σπύρου. Από μικρό παιδί θυμάμαι να μου δείχνει πού το έχει -για να ξέρω όοοοοταν ερθει η ώρα- και να με κόβει κρύος ιδρώτας από το φόβο. Τελικά το φόρεσε η μάνα μου η Άννα. Η Κατίνα έφυγε ένα χρόνο αργότερα στα 97 της. Με ταγιέρ. Δεν είχα προνοήσει να παραγγείλω καινούργιο σάβανο!

Δεν επιθυμώ να συγκρουστώ με τις πεποιθήσεις των πιστών στην εκ νεκρών ανάσταση, αλλά αν παρ όλα αυτά έχουν εκείνοι το δίκιο, θα ζητούσα μιαν εξαίρεση. Εγώ δεν θέλω να ξανάρθω. Την έκανα τη βόλτα. Γλυκιά πικρή δεν έχει σημασία, αυτή ήταν η δική μου βόλτα αυτήν έκανα. Πάντως αυτές τις μέρες οι ναοί βλέπουν και πρόσωπα που απουσιάζουν όλο τον άλλο χρόνο ακριβώς λόγω της μεγάλης ποίησης και του σπουδαίου μέλους των ύμνων της Μεγάλης Εβδομάδας. Αυτά τα εκπληκτικά Εγκώμια, τη Μ. Παρασκευή πριν βγει ο επιτάφιος δεν τα λένε ή η μνήμη μου πάει είναι εντελώς για πέταμα; Ξέρετε τα: ω γλυκύ μου έαρ και τα: καθελών του ξύλου ο Αριμαθείας – μη με υποτιμάτε εχω πολλά κρυφά ταλέντα- είναι απαράμιλλης ωραιότητας και αξίας. Δεν θα πάω Ναύπλιο φέτος. Άννα Μαριλένα, κρατήστε το κερί μου αναμμένο εκεί στα στενά του Ψαρομαχαλά που θα περνά ο επιτάφιος και φέρτε με στο νου σας, τότε, που πιτσιρίκες έψαλλα και γω μαζί σας το Μάρτσια φουνέπρε υπό την διεύθυνση του κ. Βασιλείου Χαραμή. Ψυχές είμαστε ψυχές διαχειριζόμαστε ψυχές πετροβολάμε. Μέχρι το τέλος.

Όντως πηγαίνει και πιο κει αρκεί να είσαι διατεθειμένος να πληρώσεις το τίμημα. Ένα πράμα δεν κατάλαβα ποτέ σ’ αυτό το τραγούδι Γεράσιμε. Έξυπνος άνθρωπος εσύ γιατί σου ‘πεσε βαριά μες στον παράδεισο η τόση προδοσία;. Δεν κατάλαβες ακόμα πως όλη η ιστορία μας σαν ανθρωπότητα άρχισε και τελείωσε ακριβώς μέσα στον παράδεισο; Εκεί γεννήθηκε ο άνθρωπος εκεί γεννήθηκε η αγάπη εκεί γεννήθηκε η προδοσία, πόσο πιο αναλυτικό τον ήθελες το θεό δηλαδή; Σου έδωσε τα ακριβή, τα ακριβέστατα στίγματα όσων έμελλε να συμβούν. Από το διωγμό και μετά είδες τι έγινε; Άρχισαν οι αδελφοκτονίες, οι μοιχείες, τα φονικά. Δε θα βάλω θέμα τώρα πόσο μισογυνισμό κρύβουν όλα αυτά, η Εύα τα έκανε όλα, μην ανοίξουμε δουλειές με τους θρησκόληπτους. Επανέρχομαι: Οι μέρες μας στον Παράδεισο ήταν όλη μας η ζωή. Μετά δεν μας έδιωξαν απλώς. Μας λεηλάτησαν.

Έλεγα προηγουμένως για τη ράτσα μας που είναι τόσο ακραία. Από τη μια για τον Καιάδα κι από την άλλη έτοιμη για όλα τα θαύματα του κόσμου. Θα έλεγα Εμείς οι Έλληνες αλλά γελοιοποιήθηκε εσχάτως αυτή η διατύπωση, λέω λοιπόν οι κάτοικοι αυτού του κομματιού της γης που λέγεται Ελλάδα έχουν περίεργο αίμα. Τα σημαντικά πράγματα τα ζουν με το κορμί τους. Γι αυτό είπα να κλείσω αυτή την εκπομπή μ έναν Επιτάφιο απολύτως ελληνικό, έναν επιτάφιο που έχει γράψει ιστορία και είναι ήδη καταχωρισμένος στα βιβλία της Αθανασίας. Γιάννης Ρίτσος-Μίκης Θεοδωράκης Επιτάφιος, μια μάνα δηλαδή που κλαίει το σκοτωμένο για πολιτικούς λόγους γιό της. Η ερμηνεία με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση θα είναι πάντα αυτή που θα σπάει την κλίμακα του άριστα δέκα. Όμως απόψε διάλεξα τη δεύτερη καλύτερη για το δικό μου γούστο. Πρώτον γιατί έχει την ιδιοφυή ενορχήστρωση του Σταύρου Ξαρχάκου και δεύτερον γιατί την πήρε στις πλάτες της μια μεγάλη φωνή μια παραγνωρισμένη ερμηνεύτρια μια γενναία γενικότερα γυναίκα, η κυρία Μαρία Σουλτάτου.

Ε ναι είχε σηκωθεί όλο το Ηρώδειο όρθιο και δόξαζε τους ποιητές του, τους μουσικούς του, τους ερμηνευτές του. Η αλήθεια είναι ότι μάλλον το υπερέβαλε λίγο το κέντημα εδώ ο κ. Ξαρχάκος αλλά εγώ, τη λέω την αμαρτία μου, παθαίνω με τις ενορχηστρώσεις του. Λοιποοοον. Ποτέ μου δεν κατάλαβα την ευχή Καλό Πάσχα. Δηλαδή καλά να πάθουμε, καλά να πενθήσουμε; δεν το έπιασα το νόημα ποτέ. Κι επειδή οι γιορτές μας από τη δεκαετία του 1990 κιόλας με τους πρώτους γιάπηδες κατάντησαν απλές αργίες, θα ευχηθώ να ξεκουραστείτε, να περάσετε όμορφα όπου πάτε και η ζωή… έτσι θα συνεχίζεται. Με μιαν ανάσταση κάθε χρόνο. Ποιος έχει σειρά για φέτος;

Advertisements