ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ– και οι ποιητές που δεν πρέπει να χαθούν από τη ζωή μας.
Απόψε θ’ ασχοληθούμε με έναν δημιουργό από τους θεωρούμενους περιττούς του θεού της ελληνικής δισκογραφίας. Τον κ. Δημήτρη Μαρκατόπουλο -εκ Θεσσαλονίκης αν δεν απατώμαι. Ο Δ. Μ. έχει κυκλοφορήσει δύο ολοκληρωμένους δίσκους και ψάχνοντας απόψε να βρω δουλειά του δε νομίζω να συνάντησα τραγούδια του περισσότερα των τεσσάρων σκόρπια εδώ κι εκεί σε προσωπικούς δίσκους τραγουδιστών. Αν με ρωτάτε γιατί τον Δ.Μ. και όχι κάποιον άλλο μουσικό η απάντηση είναι η εξής: διότι τον θεωρώ πολύ σημαντικό για να λείπει από το μουσικό γίγνεσθαι και γιατί είναι ένας συνθέτης με προσωπικό στίγμα ιδιαίτερο. Επιπλέον υπογράφει ένα δίσκο από τους καλύτερους που έχω ακούσει τα τελευταία 20 χρόνια και αυτόν τον δίσκο ακριβώς θ’ ακούσουμε παρέα απόψε μιλώντας για τον Δ.Μ., το ελληνικό τραγούδι, τον καιρό, τη θάλασσα, το φθινόπωρο και άλλα πολιτισμού σημαντικά.
Είδατε που έχει και καιρικά φαινόμενα το θέμα; Χιούμορ νομίζατε ότι έκανα; Λοιπόν. Το 1992 ο Μάνος Χατζιδάκις άκουσε αυτόν τον κύκλο τραγουδιών, τον βάφτισε Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή αλλά δεν πρόλαβε τελικά να τον εκδώσει. Ο δίσκος κυκλοφόρησε από τον Σείριο μόλις το 2001 και όχι, δεν έκλεισε η Πανεπιστημίου για τις προπωλήσεις. Δεν είναι αυτής της τάξεως τούτη η εργασία. Είναι ακριβώς αυτό που παλιά, στη δεκαετία του 1960, λέγαμε κύκλο τραγουδιών και απαιτεί από τον ακροατή της αυτό που και η ίδια του δίνει: συνέπεια. Δηλαδή είναι ένας δίσκος που τον ακούς από την αρχή μέχρι το τέλος. Δεν έχει ζάπινγκ να βρούμε το σουξέ να το κάνουμε ρινγκτόουν. Τα περισσότερα από τα 12 τραγούδια υπογράφει ως στιχουργός ο κ. Χρίστος Παπαδόπουλος ( τα υπόλοιπα ο κ. Γιάννης Τσατσόπουλος) ενώ μοναδικός -νομίζω από κάθε άποψη- ερμηνευτής είναι ο Παντελής Θεοχαρίδης. Ένας νεαρός από τη Θεσσαλονίκη που ήδη από το 1996 είχε καταχωριστεί στις νέες μεγάλες φωνές του χώρου με τη Μικρή Πατρίδα των Καρασούλου-Ανδρέου. Εκτοτε κι αυτουνού η τύχη πάει κι έρχεται.
Ναι ο Δημήτρης Μαρκατόπουλος έχει εντονότατη την επιρροή του Μάνου Χατζιδάκι στον ήχο του. Αλλά έχει εντονότατη και την ηθική του επιρροή στη μουσική του, γεγονός που δεν πρέπει να περνάει απαρατήρητο. Και σε αντίθεση με τον, κατά την άποψή μου, μέντορά του, οι μελωδίες του κουβαλούν περισσότερη Ανατολή παρά Δύση. Έχουμε κι εδώ μιαν έκδηλη αγάπη προς τα έγχορδα αλλά έχουμε και μια λαϊκότητα αυθεντική και όχι παρενδυτική.
Είναι ώρα νομίζω να σταθούμε και στον βασικό στιχουργό του Χαμένου ποιητή. Είναι ο, εκπαιδευτικός στο επάγγελμα, Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος, εκ Θεσσαλονίκης κι αυτός. Ένας άριστος γραφιάς που στο αίμα του κυκλοφορούν οι καλύτεροι εκ των συμπατριωτών του – όπως ας πούμε ο Γιώργος Ιωάννου ή ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Είναι ένας στιχουργός που ακινητοποιεί τη στιγμή την οποία επιλέγει και αντί με τρυφερότητα τη σμιλεύει με κεραυνούς. Όταν εμφανίστηκαν αυτά τα παιδιά –και δεν εμφανίστηκαν με τον Χαμένο ποιητή αλλά λίγα χρόνια νωρίτερα, αυτά όμως θα τα πούμε παρακάτω- ενθουσιάστηκα. Θεώρησα ότι βρήκα τους δημιουργούς που θα έδιναν μια νέα τρυφερότητα στο πνεύμα μου και θα οδηγούσαν τη μέση ηλικία μου σε αλλιώτικα θαύματα. Δεν συνέβη απολύτως τίποτα!

Για τον Παντελή Θεοχαρίδη δεν ξέρω τι να πω. Τον γνώρισα όταν δούλευε για τη Μικρή Πατρίδα, ένα όμορφο αγόρι με ένα απίστευτα καλοκαρδισμένο εργαλείο στο λαιμό του. Νομίζω γεννήθηκε έτοιμος τραγουδιστής. Αν είχε γεννηθεί καμιά 20ριά χρόνια νωρίτερα είμαι σίγουρη πως σήμερα θα αθροιζόταν στην πρώτη πεντάδα της σύγχρονης εθνικής ομάδας του ελληνικού τραγουδιού. Γεννήθηκε σε εποχή που βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και σε μια κοινωνία που επιλέγει να ξεχνιέται τραγουδώντας βρήκες μέρα να λερώσεις τη βέρα, παρά να θυμάται -γενικώς. Οι καριέρες των τραγουδιστών από το 1990 και μετά είναι μετρημένα βήματα. Είτε σε πιστεύουν οι εταιρείες και σε χτίζουν πάση θυσία φίρμα -ναι ακόμα και στο έντεχνο- ή πιστεύεις στον εαυτό σου και κρατάς τη συνείδησή σου, κάνεις επιλογές αυστηρές και προσωπικές, και κοιτάς να έχεις ένα μεροκάματο να ζεις την οικογένειά σου. Ο πολιτισμός σου δεν εφάπτεται της αγοράς οπότε σ΄ αφήνουν απ’ έξω, Τώρα μετά το 2000 που και οι εταιρείες βρίσκονται υπό διάλυση τα πράγματα είναι πολύ πιο ακραία και σκληρά για τους νέους καλλιτέχνες. Μη συζητήσουμε για όσους δημιουργούς καταφέρνουν να υπάρξουν.

Αχ κατακαημένο έντεχνο, σε δολοφόνησαν οι ίδιοι σου οι… πελάτες. Όταν οι μεγαλοτραγουδιστές της γενιάς του 1970 είδαν την απέναντι όχθη να παίρνει το ταμείο ΚΑΙ τη δόξα άρχισαν να μιλάνε για «εντεχνίλα»! Ιδεολογικοποιησαν το κενό τους, την έλλειψη προτάσεων και πήραν απαλλακτικό από τη συνείδησή τους για να βουτήξουν κι αυτοί λίγο νερό από το ποτάμι των απέναντι. Άντε τώρα να βγάλουν το ψωμί τους οι Μαρκατόπουλοι κι οι Παπαδόπουλοι που εξακολουθούν, πανάθεμά τους, να γεννιούνται

Οφείλω να πω ότι ο δίσκος κυκλοφόρησε από τον Σείριο του Μάνου Χατζιδάκι. Τον μεταχατζιδακικό Σείριο που για κάποια χρόνια προσπάθησε να συντηρήσει το όραμα και το ύψος του πήχη τονοποίο είχε θέσει ο δημιουργός του, εκδίδοντας δίσκους σαν κι αυτόν. Με τα χρόνια ο Σείριος άρχισε να υπολειτουργεί, τον εγκατέλειψαν και οι πιστότεροι ακόμα των μαθητών του Μάνου Χατζιδάκι και σήμερα υπάγεται υπό ένα καθεστώς που δεν γνωρίζω κι ούτε θέλω και να μάθω, σε μιαν από τις, ούτως ή άλλως υπολειτουργούσες, άλλοτε μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες. Λυπάμαι που το λέω αλλά προσωπικά πιστεύω πως θα ήταν προτιμότερο να κλείσει ο κύκλος αυτής της ιστορικής ετικέτας.

Θα έλεγα ν ακούσουμε κάπως σερί τα υπόλοιπα τραγούδια του χαμένου ποιητή, είναι μικρά άλλωστε, γιατί θέλω στη συνέχεια ν ακούσουμε Μαρκατόπουλο και Παπαδόπουλο αλλού και αλλιώς και να πούμε και κάποια άλλα πράγματα. Τα τρία τελευταία τραγούδια του δίσκου που θ ακούσουμε ευθύς αμέσως τιτλοφορούνται Δάφνες, Παρέλαση και βεβαίως΄: Χαμένος ποιητής.

Έτσι αυτοσαρκαστικά τελειώνουν τα Τραγούδια του χαμένου ποιητή αλλά και η πορεία του συνθέτη και του στιχουργού -μέχρι στιγμής τουλάχιστον- στο ελληνικό τραγούδι. Ο δίσκος κυκλοφορεί και νομίζω ότι αξίζει μια θέση στην καρδιά σας. Τον ακούσατε και μπορείτε ν’ αποφασίσετε. Θα πάμε τώρα πέντε χρόνια πίσω, όπου κυκλοφορεί ένας δίσκος με τον τίτλο Τραγούδια για μικρές εβδομάδες. Εκεί πρωτοακούμε τα ονόματα Μαρκατοπουλος και Χρίστος Παπαδόπουλος και, αν δεν κάνω λάθος, εκεί πρωτακούμε και άλλη μια νέα, επίσης από Θεσσαλονίκη, ωραία αντρική φωνή. Τον Μανώλη Χατζημανώλη. Ο δίσκος αυτός μάλιστα έβγαλε και σουξέ. Για ν ακούσουμε το πιο δημοφιλές αυτής της εργασίας. Το Απόψε άργησα -να βάλω την καρδιά μπροστά.

Δεν μπορεί να μην το θυμάστε δεν μπορεί να μην το έχετε ακούσει Μάλιστα πολλοί μοντέρνοι ψυχοθεραπευτές χρησιμοποιούν το ρεφρέν για να διδάξουν στους θεραπευόμενους τη διαφορά του ρολογιού της καρδιάς με εκείνου του μυαλού και τις μεγάλες της συνέπειες. Της διαφοράς δηλαδή. Τέρμα το χιούμορ τώρα, μολονότι το συγκεκριμένο το λέω από προσωπική εμπειρία. 1996 λοιπόν και τα ραδιόφωνα δημόσια ιδιωτικά και ΙΕΚ μεταδίδουν πολύ αυτόν τον δίσκο. Έχει όντως μερικά πολύ ωραία τραγούδια, έχει έναν καλό καινούργιο τραγουδιστή και οι πιο στενά ενδιαφερόμενοι αναζητούν και τα ονόματα των δημιουργών. Έτσι μπήκε στη ζωή μας το δίδυμο για το οποίο μιλάμε απόψε. Πώς έτσι; Με τον απλούστερο τρόπο: με όμορφα και έντιμα τραγούδια που φλέρταραν λίγο και με κάποιες ακρότητες. Σαν αυτό ας πούμε:

Παιζει το Πρόσχημα

Τι καλομετρημένο λαϊκό. Λοιπόν νομίζω πως ο Χρίστος ο Παπαδόπουλος αν κατάφερνε να επιβιώσει στην αγορά του τραγουδιού μπορεί και να άνοιγε ένα δικό του δρόμο. Ο λόγος του είναι επαμφοτερίζων. Πότε σκατάτα λαϊκός και πότε εξαιρετικά ποιητικός -θα μπορούσε να διαγράψει μια πολύ ενδιαφέρουσα πορεία. Για ακούστε κι αυτό.

Παίζει το Δικό μου το φεγγάρι

Και αυτό το τραγούδι ακούστηκε πολύ. Και λες ρε γαμώτο αφού μπορούν γίνουν επιτυχίες μια χαρά τραγούδια τι έχει και ψοφάει το έρμο το έντεχνο; Έλα μου ντε. Τι έχει;

Παίζει Η μοναξιά στην εθνική οδό

Ορίστε. Τι έχει; Και λαϊκό είναι και ερωτικό είναι και φωνάρα το λέει, γιατί ο κόσμος σαν τρελός τρέχει να ακούσει τον κ. Βήχα; Αυτό σηκώνει πολλή ανάλυση κι αν τύχει θα την κάνουμε άλλη φορά. Απόψε μιλάμε συγκεκριμένα. Είδατε πόσο ωραία λαϊκός είναι εδώ ο Μαρκατόπουλος; Άλλο πρόσωπο από τον δίσκο που ακούσαμε στην αρχή της εκπομπής. Και λοιπόν; Πού πήγαν αυτοί οι άνθρωποι; Σε ποιον πλανήτη εκτοξεύτηκαν οι καριέρες τους; Στον πλανήτη του πουθενά! Ο μεν κ. Μαρκατόπουλος από ό,τι έχω ακούσει απογοητεύθηκε πολύ και κλείστηκε στον εαυτό του, δεν θέλει παρτίδες με τη δισκογραφία, ο δε κ. Παπαδόπουλος, εκπαιδευτικός ων, πήρε την άγουσα για Αίγυπτο. Εργάζεται στο εκεί μορφωτικό ίδρυμα του αρμοδίου υπουργείου κι έχουμε ν’ ακούσουμε τραγούδι του κάτι χρόνια. Εκ των τραγουδιστών ο μεν κ Χατζημανώλης παλεύει με νύχια και με δόντια να βρει να βγάλει δίσκο ο δε Παντελής Θεοχαρίδης βγάζει που και που κανένα δίσκο, μένει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη και δουλεύει σε συναυλίες και σε μαγαζιά της πόλεώς του για να συντηρήσει την οικογένειά του. Όχι δεν είναι ούτε οι πρώτοι ούτε οι μόνοι και φυσικά δεν πρόκειται να είναι και οι τελευταίοι που βιώνουν αυτό το πολιτιστικό όνειδος. Το τοπίο διαγράφεται ακόμα πιο ακανθώδες και ερημικό για τους επερχόμενους καλλιτέχνες του ελληνικού τραγουδιού. Τι φταίει; Τι λείπει; Σε πολύ μεγάλο σημείο ΚΑΙ η δική μας αντίδραση στα σκουπίδια. Σας το λέω συχνά. Είμαστε συνυπεύθυνοι.
Advertisements