Το ξέρω δεν με παίρνει για πολλά. Καταραμένη επίγνωση μιας καθυστερημένης συνάντησης. Εμπόδια βλέπω -είπε η μάγισσα. Δρόμους πολλούς, λαχάνιασμα, βήχας, σπασμένα γυαλιά και δάκρυα δάκρυα όχι δικά σου εσύ δεν κλαις, άλλος θα κάνει το μεροκάματό σου στο κλάμα. Εσύ θα λιγοστεύεις μόνο κάθε φορά που η καληνύχτα δεν θα κρύβει υποσχέσεις.

Μην έχετε και πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στους ευαίσθητους ληστές. Σας το λέω εκ πείρας. Μπορεί αίφνης να τους βρείτε μες στα συρτάρια σας ν’ ανασκαλεύουν τις σκονισμένες σκέψεις, μπορεί να τους δείτε μέσα στα ρούχα σας να ζητάνε μερίδιο από τις παλιές σας χειρονομίες. Κι από την άλλη γίνομαι έξαλλη μ’ αυτή τη σιγουριά τους. Ότι θα τους κλάψει η μάνα τους, λέω. Μπορεί να μην ξέρω από τζόγο αλλά θα το παίξω το στοίχημα. Λοιπόν ποντάρω ότι η μάδερ 7 στις 10 φορές. εκεί μέσα στο κλάμα της. θα ψιθυρίζει: ένας φέρελπις μητροκτόνος λιγότερος.

Μου είπαν… είναι σύμπτωμα υγείας να ξεχάσεις τη μέρα που πέθανε η μάνα σου. Φέτος μου συνέβη, μόλις την περασμένη εβδομάδα, ύστερα από οκτώ χρόνια. Ταράχτηκα όταν το ανακάλυψα μέσα στα λόγια του αδελφού μου. Αυτό ήτανε; Την ξέχασα; Δηλαδή τώρα είμαι καλά γιατρέ μου; Άστε με κάτω. Θέλω να της βάλω ένα τραγούδι.

Χρόνια περιφρονημένα – με τη Σωτηρία Μπέλλου

Ξέρεις μαμά το θέμα είναι να με ξεχάσεις εσύ. Να φύγει η υγρασία σου από τα μάτια μου, να μη σκοτώνω τους ανθρώπους για να μ αγαπήσουν, να έχω πάλι ύπνο μέρα και νύχτα στις σωστές τους ώρες. Και πάνω από όλα μαμά να μπορέσω κάποτε ν αντέξω να πω ή ν ακούσω τη θανατηφόρα λέξη: αντίο.

Την έβδομη ημέρα ο θεός τίναξε τη σκόνη από τα ρούχα του, έβαλε τις παντόφλες του κι έκατσε επιτέλους ν’ αναπαυτεί και ν’ απολαύσει το έργο του. Από τότε οι Κυριακές μπαίνουν κρυφά στα σπίτια των ανθρώπων κλείνουν τις κουρτίνες τα ραδιόφωνα κατεβάζουν τον γενικό. Όποιος βγει να πάρει εφημερίδα και τσιγάρα δεν μπορεί να επιστρέψει, δεν έχει τρόπο να μπει σπίτι του. Όσοι είναι μέσα κρύβονται, κάνουν πως κοιμούνται, σωπαίνουν για 24 ώρες, να περάσει η επήρεια της κούρασης του θεού. Από τότε οι Κυριακές έγιναν ημερήσιες εκδρομές στις τύψεις μας και ο τελευταίος ασπασμός σε ό,τι παρ όλα αυτά αγαπήσαμε.

Προδοσία Φόνος και όμως Αγάπη! Τίποτα σπουδαίο χωρίς το αίμα του, τίποτα μεγάλο χωρίς το νεκρό του. Δεν έχει τελικά σημασία πού μπορεί να αλητεύει το σώμα σου. Το σημείο μηδέν είναι ΠΟΥ βρίσκεται το μυαλό σου. Δεν έχει διέξοδο αυτό το μονοπάτι γι’ αυτό και κανείς δεν φρόντισε να του βάλει σήματα. Ένα στοπ, μια υποχρεωτική πορεία, μια στροφή αριστερά, ένα Κίνδυνος κατολισθήσεις. Μία θα προδώσεις μία θα προδοθείς, σα να υπάρχει δικαιοσύνη στα αισθήματα και ανταμείβεσαι σε άλλο χρόνο από άλλο χέρι γι’ αυτό που έδωσες ή που πήρες από άλλον άνθρωπο. Γαϊτανάκι του θανάτου.

Το πλοίο έφυγε. Αλλά εμείς θα πάρουμε το αυτοκίνητο τα απολύτως απαραίτητα και θα ξεκινήσουμε για τον κόσμο. Θα γνωρίσουμε τόπους ανθρώπους οροσειρές ωκεανούς θα γίνουμε φίλοι με τα αποδημητικά πουλιά και συγγενείς με τα θηρία. Θα πατάμε γκάζι στα στοπ και θα σταματάμε στο πράσινο. Θα κοιτάμε τα χρόνια να περνούν έξω από τζάμι, τις αναμνήσεις να σκοτώνονται σαν έντομα στο παρμπρίζ κι εμείς θα ταξιδεύουμε. Κι όταν τελειώσουν όλα χρήματα βενζίνη τροφή δύναμη, όχι δεν θα κάνουμε τηλεφώνημα στην πατρίδα για να μας γυρίσει κάποιος πίσω. Θα διαλέξουμε μια θάλασσα. Θα φορέσουμε τα καλά μας ρούχα και θα ξαπλώσουμε ακριβώς εκεί που σκάει το κύμα. Θα κοιμηθούμε. Για πάντα.

Ο κόσμος πηγαίνει πάσο σε όσους φοβάται –για να εξηγούμεθα. Και ποιους μπορεί να φοβάται δηλαδή; Έναν που την λέει την καρδιά του ας πούμε, έναν άλλο που ξέρει από χαράδρες και γκρεμούς κι εκείνον κει κάτω τον αμίλητο τον συνεσταλμένο ο οποίος κάτω από τα ρούχα του είναι ζωσμένος με τη λύπη όλου του κόσμου κι αν εκραγεί θα κάνει μεγάλη ζημιά στην ευκολία σας. Ο κόσμος επίσης πηγαίνει πάσο και σ’ εκείνους που αρνούνται να του μοιάσουν. Που επιλέγουν την τρέλα από την εκπόρνευση των αισθημάτων, που γελούν παράξενα την ώρα που κηδεύεται η χαρά τους. Όλα τα άλλα είναι για στυγνούς χαρτοπαίκτες.

Advertisements