Παλιές αντιλήψεις. Τις κατέρριψε η επιστήμη τις καταρρίπτει συνέχεια και η ζωή. Με όλο το σεβασμό προς τους δημιουργούς, τι ερώτηση είναι αυτή: ποιος θα πονεί ποιος θα πονεί, μανούλα μου; Το παιδί της μανούλας του θα πονεί, ποιος άλλος; Το ανοίξαμε το θέμα λίγο την περασμένη εβδομάδα για τη μητέρα-φόνισσα και το ρόλο της στη, δικιά μας τουλάχιστον, κοινωνία. Θα το πάω σιγά σιγά γιατί βλέπω οργή να ξεσηκώνεται από τις κυρίες που έχουν τον ρόλο. Μη σας θυμίσω το ρητό με τη μύγα και ποιος την έχει. Οι υπόλοιπες μια χαρά καταλαβαίνετε τι λέω. Ωστόσο σκέπτομαι πως μέσα από αυτή τη μαύρη αλήθεια έχουμε αθωώσει παμψηφεί τον πατέρα τον άνδρα τον σύζυγο. Κάνοντας ζουμ στη γυναίκα-μητέρα πετάμε τελείως έξω από το κάδρο τον πατέρα ο οποίος μια χαρά εγκληματεί κι αυτός απέναντι στα παιδιά του αλλά περνάει κάπως στο ντούκου και στο στυλ: άντρας είναι θα ρίξει και μια μαχαιριά παραπάνω. Δεν επιθυμώ να κλείσω σπίτια αλλά πάντα με προβλημάτιζε το ποιοι τεκνοποιούν τελικά. Ακριβώς επειδή το προϊόν τους θα πληρώσει τα σπασμένα.

Όταν ήμουν μικρή βιαζόμουνα να μεγαλώσω για να ξεφύγω από τους δαίμονές μου. Όταν μεγάλωσα συγκατοίκησα με τους δαίμονες και τώρα που βλέπω μόνο κατηφόρα στους δρόμους τους οποίους βρίσκω θα ήθελα να ξαναπολεμήσω με όσα φοβήθηκα. Κι ας ξαναχάσω. Δεν μέτρησα ποτέ τη ζωή μου με τις νίκες, σε σημείο γαϊδουριάς δηλαδή απέναντι στον κόπο μου. Οι ήττες πάντα με κρατούσαν από τα μαλλιά για να μην πνιγώ.

Τι υπέροχη επιθυμία. Ως να μου γίνεις μοίρα θάνατος και πέτρα. Είναι άνθρωποι που ψάχνουν τους τόπους. Σα ραβδοσκόποι γυρνούν κι ανακαλύπτουν νέα γη, άλλη γη από αυτή που τους έμαθαν, άλλο χώμα από αυτό πάνω στο οποίο ζωγράφισαν τα πρώτα τους βήματα. Ταξίδια, πόλεις, προορισμοί -φυγή το λένε. Είναι άνθρωποι που ψάχνουν τα πρόσωπα. Σαν τυφλοί ανιχνεύουν δια της αφής χαρακτηριστικά, ερμηνεύουν κινήσεις, διαβάζουν χειρονομίες. Δεν τους νοιάζουν τα σώματα. Μόνο τα πρόσωπα. Ταξίδια είναι κι αυτά ίσως και λίγο πιο επικίνδυνα γιατί ένα πρόσωπο ματώνει δακρύζει ουρλιάζει γελάει, ένας τόπος σε αναγκάζει να τα κάνεις εσύ αυτά. Αλλά κι αυτό! πάλι φυγή το λένε. Και οι δυο τύποι ανθρώπων πάντως βγάζουν το μαύρο σκύλο τους βόλτα την ίδια ώρα με διαφορά 20 χρόνων.

Έκλαιγε αλλά κρυφά από τους άλλους. Εκείνοι που ερωτεύονται τα αγάλματα έχουν από τη φύση τους μια τάση να κρύβονται. Ίσως γιατί γνωρίζουν τη σκληρότητα του ανεπίδοτου αισθήματος διότι τα μάρμαρα ριγούν, πώς ν’ ανταποκριθούν διαφορετικά; Διότι τα αγάλματα είναι κι αυτά άνθρωποι που έμειναν ακίνητοι για πάντα και τους πέτρωσε η σκόνη του χρόνου. Τίναζε τα μαλλιά της κι έτρεχε στα ποτάμια να λουστεί, χειμώνα καλοκαίρι με την ίδια λαχτάρα. Ήθελε νερό συνέχεια απάνω της να τρέχει. Να την κοιτάζεις, να βλέπεις να ρυάκια στο κορμί της αλλά να μη μπορείς να ξεχωρίσεις τα δάκρυα. Τέτοιος αυτοκαταστροφικός νάρκισσος.

Το θέλω μου το τάχα ανύποπτο/ στο πάτωμα ριγάει ανείπωτο/ ξανά. Ε και τι άλλο να κάνει; Τουλάχιστον τα πατώματα τα ξέρει καλά. Και σε τραγούδια και σε ζωή. Κι ύστερα τι περιμένεις να συμβεί; Να καλύψεις τόσους αιώνες σιωπής με μια κουβέντα; Και τι έχεις να δώσεις; Σκοτάδι, νύχτα φόβο. Γι αυτό σου λέω. Μάζεψτα και μην τα απλώνεις. Δε σε παίρνει. Πέρασες. Τουλάχιστον ο ματαιωμένος ύπνος σου έχει πάλι μιαν εικόνα να δακρύζει.

Advertisements