Ονειροπόλοι γίναμε βασικά, πηγή ζωής για τους άλλους θανάσιμοι για τον εαυτό μας. …Κάθομαι και σκέφτομαι. Σήμερα σε ποιον θα πεις ή ποιος θα σου πει : ποτάμι μέσα μου πικρό το αίμα της πληγής σου, χωρίς να σε κοροϊδέψει το σύμπαν γύρω σου; Ό,τι μας ανέθρεψε είναι πλέον λέξεις και φράσεις και έννοιες πολύ χαμηλής συχνότητας που λέει και μια φίλη μου. Πάντως εγώ το έχω το ποτάμι. Και φροντίζω να έχει πάντα ροή.

Αστραπές δίνω και κεραυνούς, χώμα δίνω και νερό -υπάρχει πρόβλημα; Ποιος φοβάται να τα πάρει; Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Το ζόρι βρίσκεται αλλού. Σε αντέχει ο άλλος; Είναι σε θέση να σηκώσει τον ίσκιο σου; Μπορεί ν’ ανοίξει το βήμα του στο διασκελισμό σου; Όχι γιατί εσύ είσαι ο θεός ο βούδας και οι τρεις μάγοι με τα δώρα μαζί. Κάθε άλλο. Απλώς γιατί εσύ δίνεις ό,τι έχεις έντρομη, ιδρωμένη κι επικίνδυνη από το φόβο σου μήπως βρεθεί εκείνος που θα σε δεχτεί. Ο ασκημένος στην ερημιά δε φοβάται τον κόσμο, την ερημιά πάλι φοβάται.

Ήταν κάποτε ένα χαρτάκι, ό,τι απόμεινε δηλαδή από μια ολόκληρη καμένη σελίδα. Το παρέσυρε ο αέρας και το ταξίδευε στους δρόμους της Αθήνας, οι περισσότεροι άνθρωποι το πατούσαν γιατί ήταν πολύ μικρό και δεν φαινόταν. Εκείνο έτρεμε, φοβόταν, προσπαθούσε μόνο του να κυλήσει σε πιο ασφαλή σημεία, ένα πεζοδρόμιο, στο γκαζόν μιας πλατείας, ο πιο μεγάλος του φόβος ήταν οι εργάτες του δήμου με τη σκούπα και το φαράσι. Μόλις τους έβλεπε να καταφτάνουν, κουτρουβαλούσε όσο γινόταν να φύγει να χαθεί απ’ τον ορίζοντά τους. Πέρασαν μέρες μήνες χρόνια το χαρτάκι πότε Σταδίου, πότε Αγίου Τρύφωνος, πότε Αγγίστης έκοβε τις βόλτες του μη ξέροντας τι θ’ απογίνει. Μέχρι που μια μέρα μια μεσήλικη γυναίκα το εντόπισε σε κάτι δρόμους στον Κορυδαλλό, έσκυψε και το πήρε στα χέρια της. Το κοίταξε καλά, είδε τα ίχνη της φωτιάς στις άκρες του, άνοιξε ένα βιβλίο που κρατούσε και το έβαλε μέσα. Μην τα πολυλογούμε το πήρε σπίτι της και το ακούμπησε στο γραφείο της. Άρχισε να του μιλάει. Εκείνο σιωπηλό, χαρτάκι ήταν πώς να πει; Του μιλαγε του μίλαγε και κάποια στιγμή παρατήρησε πως το χαρτάκι έπαιρνε σιγά σιγά να μεγαλώνει. Κόντευε να γίνει ξανά αυτό που ήταν κάποτε. Μια ωραία μεγάλη λευκή σελίδα. Και τότε μίλησε: Αφού μεγάλωσα ξανά, εσύ γιατί με λες ακόμα χαρτάκι; Για να θυμάσαι -του είπε- παιδί μου την καταγωγή σου: τη φωτιά.

Λόγια, λόγια, λόγια. Από πού μπάζει τελικά ο άνθρωπος; Από πού τσακίζει; Καθένας έχει τη χαραμάδα του την αποκλειστική. Άλλος πέφτει στο πάτωμα από μια σιωπή, άλλος σέρνεται για μιαν ερώτηση που δεν μπορεί να απαντήσει, κι άλλος χώνεται στα μπουκάλια ολόκληρος να φαίνεται αλλά να μην είναι. Κοινός παρονομαστής στην άλωση της ψυχής; Κανένας.

Οι μικρές σιωπές της κάθε μέρας σκεπάζουν με σκόνη τα αισθήματα. Τα αγάλματα της επιθυμίας θρυμματίζονται αχάιδευτα κάθε στιγμή που κοντά σου δεν. Το σπίτι γεμίζει καπνούς, δεν είναι τα τσιγάρα, δεν είναι οι ζωές μας, τι καίγεται λοιπόν τόσα χρόνια κι ακόμα είναι άκαυτο; Μη μου ζητήσεις χρόνο, δεν έχω. Μη μου ζητήσεις εξηγήσεις… έχω.

Advertisements