Στη μια φτερούγα μου έγραψα ότι φταις. Στην άλλη όμως, που δεν την έχει διαβάσει μέχρι σήμερα κανείς, γράφει ότι εγώ φοβήθηκα, εγώ έκανα πίσω, εγώ τρελάθηκα, γιατί πίσω από τα μάτια μου κρυφά σε περιμένω -ερώτηση είναι αυτό ή διαπίστωση; Το ζαλισμένο αίμα μπλόκαρε τις αρτηρίες, χρόνια μετά χρόνια πριν, όλα ένας στρόβιλος μια μάσκα θεάτρου που γελάει και κλαίει ταυτόχρονα, το κοινό χειροκροτεί μόνο στην πτώση του ακροβάτη, κύριε διευθυντά του τσίρκου μπορώ ν αλλάξω νούμερο διεύθυνση δέρμα; Νευρικό βάδισμα από την μιαν άκρη ως την άλλη γιατί είναι και μέρες είναι και νύχτες που βγαίνεις από το σώμα σου και επισκέπτεσαι ταπεινά ή και άγρια κάθε σου ναρκωμένη επιθυμία.

Άσε το πουράκι κάτω. Κακό παιδί. Δε θα μεγαλώσεις ποτέ. Βαρέθηκα να πλένω τα ρούχα σου, να σε κατεβάζω από τις μουριές ,όχι! δεν έχει παγωτό σήμερα, γιατί δε θα μεγαλώσεις ποτέ, το ξέρω, μου το ‘πε μια τσιγγάνα πριν γεννηθείς. Εσύ -μου είπε- θα περάσεις πολλά θα βασανιστείς αλλά θα γεννήσεις ένα τυχερό παιδί. Εσύ είσαι το τυχερό παιδί μου γιατί δε θα μεγαλώσεις ποτέ. Το ξέρω το βλέπω το αισθάνομαι. Εξωτερικά οι ηλικίες θα είναι σωστές αλλά μέσα σου θα έχεις εφ’ όρου ζωής εκείνο το πρώτο ουρλιαχτό που έβγαλες όταν σε τράβηξαν από τη μήτρα μου. Τυχερό παιδί!

Στ’ απομεινάρια της φωτιάς βρέθηκε ένα παλιό ποδήλατο κι ένα σιδερένιο κουτί γεμάτο φωτογραφίες. Άνθρωποι με πυτζάμες, κάγκελα, ένα κοριτσάκι που μαθαίνει γράμματα, το οποιίο ξαφνικά βγαίνει από τη φωτογραφία, γίνεται γυναίκα μεγάλη, 50 χρόνων, τον υπεύθυνο φωνάζει να μιλήσω με τον υπεύθυνο. Την πλησιάζει ένας γαλονάς της πυροσβεστικής. Είστε ανόητοι του λέει. Το σπίτι θα ξαναστηθεί στα πόδια του. Κάτω θα είναι μαγαζί και πάνω η οικία. Οι αποτεφρωμένοι θα επιστρέψουν και θ’ αναλάβουν πάλι τις ζωές τους. Θα λείπει πάντα ένα παιδί –όσα χρόνια κι αν περάσουν. Όλα θα ξαναγίνουν όπως πρώτα. Τσάμπα κουραστήκατε. Κανείς δεν σας έμαθε πως τέτοια σπίτια όταν πάρουν φωτιά σβήνουν μόνο με νερό από τη θάλασσα;

Από τα βιβλία κρατήθηκε. Διάβαζε διάβαζε κάτι ψιλοέγραφε μεγάλωνε. Δεν είχε κάποιον να μοιραστεί το φόβο το κλάμα την κρυμμένη χαρά. Η ξένη πόλη δεν χαρίζεται. Ή θα σε καταπιεί ή θα σε κομματιάσει. Η μικρή διάλεξε το δεύτερο. Κι έγινε μοίρα της. Ό,τι αγαπά να την τρώει σαν αρρώστια, ό,τι αγγίζει να την λεηλατεί, όπου αφοσιώνεται να την προδίδουν. Λάθος λάθος λάθος. Δεν μεγαλώνει έτσι κανείς -πόσω μάλλον δεν ωριμάζει. Κρύφτηκε λοιπόν στο μυαλό της. Και δεν βγήκε από εκεί ποτέ.

Κι εσύ δηλαδή τι κατάλαβες με τις περαστικές αγάπες; Πόλη λεηλατημένη θα καταλήξεις. Πανηγύρι χωρίς τρελούς δηλαδή ΑΔΕΙΟ. Η μουσική δεν θ’ αρχίσει αν δεν σταματήσεις τις μάταιες διαδρομές, αν δεν κάτσεις μια στιγμή ν’ ακούσεις να δεις να πάρεις. Όσο τρόμο και να κουβαλάς δεν αδειάζει με νύχτες νοικιασμένες στο τίποτα και στο περίπου. Τα σώματα είναι φυγή το καταλαβαίνω αλλά αν κάτσεις μια στιγμή να κάνεις ένα τσιγάρο και ξεθολώσει το μυαλό σου θα δεις ότι οι καρδιές είναι σπίτια. Και ζητούν ένοικο.

Έτσι είμαστε εμείς οι παλαιοί των ημερών. Ανάβουμε σκοτεινές φωτιές να έρχονται ένα γύρω οι άνθρωποι να κάθονται να τραγουδούν να κλαίνε να γέρνει ο ένας το κεφάλι του στον ώμο του διπλανού του μέχρι να σχηματιστεί ο τέλειος κύκλος. Επικίνδυνα πράγματα, δε λέω, αλλά πάλι πώς αλλιώς να ζήσεις; Πάντα θα κινδυνεύεις ν ακουμπήσεις κάπου το κεφάλι σου για λίγο και… να σου το επιτρέψουν.

Ο άνθρωπος γερνά. Γιατί δεν το ξαναλές; Φοβάσαι; Εγώ το βρήκα το τραίνο που μ’ έπαιρνε από μένα εσύ γιατί ερήμωσες; Η ζωή μου έχει γεμίσει από μπουκαλάκια με χάπια. Λες και θα παιχτώ στην παράταση. Εντάξει, τα καταπίνω κι αυτά, σε δουλειά να βρισκόμαστε, αν με ρωτήσεις .κατά βάθος πιστεύω ότι τελείωσα σ’ εκείνα τα δευτερόλεπτα που πήγα απέναντι, στο χειρουργείο του Ιπποκράτειου. Δεν έχω απαντήσεις. Δεν έχω κι ερωτήσεις. Πια.

Η ποίηση είναι ζωή και θάνατος σε συσκευασία ευχής για όποιον την γράφει και κατάρας για όποιον την καταλαβαίνει. Δεν έχω συμπέρασμα. Δεν οφείλω άλλωστε. Τι είμαι εγώ; Τι άλλο είμαι εγώ παρά μία που θέλει να τελειώσει τη ζωή της όπως την άρχισε: με ένα αβάσταχτο ουρλιαχτό.

Advertisements