You are currently browsing the monthly archive for Μαρτίου 2009.

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ– και οι ποιητές που δεν πρέπει να χαθούν από τη ζωή μας.
Απόψε θ’ ασχοληθούμε με έναν δημιουργό από τους θεωρούμενους περιττούς του θεού της ελληνικής δισκογραφίας. Τον κ. Δημήτρη Μαρκατόπουλο -εκ Θεσσαλονίκης αν δεν απατώμαι. Ο Δ. Μ. έχει κυκλοφορήσει δύο ολοκληρωμένους δίσκους και ψάχνοντας απόψε να βρω δουλειά του δε νομίζω να συνάντησα τραγούδια του περισσότερα των τεσσάρων σκόρπια εδώ κι εκεί σε προσωπικούς δίσκους τραγουδιστών. Αν με ρωτάτε γιατί τον Δ.Μ. και όχι κάποιον άλλο μουσικό η απάντηση είναι η εξής: διότι τον θεωρώ πολύ σημαντικό για να λείπει από το μουσικό γίγνεσθαι και γιατί είναι ένας συνθέτης με προσωπικό στίγμα ιδιαίτερο. Επιπλέον υπογράφει ένα δίσκο από τους καλύτερους που έχω ακούσει τα τελευταία 20 χρόνια και αυτόν τον δίσκο ακριβώς θ’ ακούσουμε παρέα απόψε μιλώντας για τον Δ.Μ., το ελληνικό τραγούδι, τον καιρό, τη θάλασσα, το φθινόπωρο και άλλα πολιτισμού σημαντικά.
Είδατε που έχει και καιρικά φαινόμενα το θέμα; Χιούμορ νομίζατε ότι έκανα; Λοιπόν. Το 1992 ο Μάνος Χατζιδάκις άκουσε αυτόν τον κύκλο τραγουδιών, τον βάφτισε Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή αλλά δεν πρόλαβε τελικά να τον εκδώσει. Ο δίσκος κυκλοφόρησε από τον Σείριο μόλις το 2001 και όχι, δεν έκλεισε η Πανεπιστημίου για τις προπωλήσεις. Δεν είναι αυτής της τάξεως τούτη η εργασία. Είναι ακριβώς αυτό που παλιά, στη δεκαετία του 1960, λέγαμε κύκλο τραγουδιών και απαιτεί από τον ακροατή της αυτό που και η ίδια του δίνει: συνέπεια. Δηλαδή είναι ένας δίσκος που τον ακούς από την αρχή μέχρι το τέλος. Δεν έχει ζάπινγκ να βρούμε το σουξέ να το κάνουμε ρινγκτόουν. Τα περισσότερα από τα 12 τραγούδια υπογράφει ως στιχουργός ο κ. Χρίστος Παπαδόπουλος ( τα υπόλοιπα ο κ. Γιάννης Τσατσόπουλος) ενώ μοναδικός -νομίζω από κάθε άποψη- ερμηνευτής είναι ο Παντελής Θεοχαρίδης. Ένας νεαρός από τη Θεσσαλονίκη που ήδη από το 1996 είχε καταχωριστεί στις νέες μεγάλες φωνές του χώρου με τη Μικρή Πατρίδα των Καρασούλου-Ανδρέου. Εκτοτε κι αυτουνού η τύχη πάει κι έρχεται.
Ναι ο Δημήτρης Μαρκατόπουλος έχει εντονότατη την επιρροή του Μάνου Χατζιδάκι στον ήχο του. Αλλά έχει εντονότατη και την ηθική του επιρροή στη μουσική του, γεγονός που δεν πρέπει να περνάει απαρατήρητο. Και σε αντίθεση με τον, κατά την άποψή μου, μέντορά του, οι μελωδίες του κουβαλούν περισσότερη Ανατολή παρά Δύση. Έχουμε κι εδώ μιαν έκδηλη αγάπη προς τα έγχορδα αλλά έχουμε και μια λαϊκότητα αυθεντική και όχι παρενδυτική.
Είναι ώρα νομίζω να σταθούμε και στον βασικό στιχουργό του Χαμένου ποιητή. Είναι ο, εκπαιδευτικός στο επάγγελμα, Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος, εκ Θεσσαλονίκης κι αυτός. Ένας άριστος γραφιάς που στο αίμα του κυκλοφορούν οι καλύτεροι εκ των συμπατριωτών του – όπως ας πούμε ο Γιώργος Ιωάννου ή ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Είναι ένας στιχουργός που ακινητοποιεί τη στιγμή την οποία επιλέγει και αντί με τρυφερότητα τη σμιλεύει με κεραυνούς. Όταν εμφανίστηκαν αυτά τα παιδιά –και δεν εμφανίστηκαν με τον Χαμένο ποιητή αλλά λίγα χρόνια νωρίτερα, αυτά όμως θα τα πούμε παρακάτω- ενθουσιάστηκα. Θεώρησα ότι βρήκα τους δημιουργούς που θα έδιναν μια νέα τρυφερότητα στο πνεύμα μου και θα οδηγούσαν τη μέση ηλικία μου σε αλλιώτικα θαύματα. Δεν συνέβη απολύτως τίποτα!

Για τον Παντελή Θεοχαρίδη δεν ξέρω τι να πω. Τον γνώρισα όταν δούλευε για τη Μικρή Πατρίδα, ένα όμορφο αγόρι με ένα απίστευτα καλοκαρδισμένο εργαλείο στο λαιμό του. Νομίζω γεννήθηκε έτοιμος τραγουδιστής. Αν είχε γεννηθεί καμιά 20ριά χρόνια νωρίτερα είμαι σίγουρη πως σήμερα θα αθροιζόταν στην πρώτη πεντάδα της σύγχρονης εθνικής ομάδας του ελληνικού τραγουδιού. Γεννήθηκε σε εποχή που βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και σε μια κοινωνία που επιλέγει να ξεχνιέται τραγουδώντας βρήκες μέρα να λερώσεις τη βέρα, παρά να θυμάται -γενικώς. Οι καριέρες των τραγουδιστών από το 1990 και μετά είναι μετρημένα βήματα. Είτε σε πιστεύουν οι εταιρείες και σε χτίζουν πάση θυσία φίρμα -ναι ακόμα και στο έντεχνο- ή πιστεύεις στον εαυτό σου και κρατάς τη συνείδησή σου, κάνεις επιλογές αυστηρές και προσωπικές, και κοιτάς να έχεις ένα μεροκάματο να ζεις την οικογένειά σου. Ο πολιτισμός σου δεν εφάπτεται της αγοράς οπότε σ΄ αφήνουν απ’ έξω, Τώρα μετά το 2000 που και οι εταιρείες βρίσκονται υπό διάλυση τα πράγματα είναι πολύ πιο ακραία και σκληρά για τους νέους καλλιτέχνες. Μη συζητήσουμε για όσους δημιουργούς καταφέρνουν να υπάρξουν.

Αχ κατακαημένο έντεχνο, σε δολοφόνησαν οι ίδιοι σου οι… πελάτες. Όταν οι μεγαλοτραγουδιστές της γενιάς του 1970 είδαν την απέναντι όχθη να παίρνει το ταμείο ΚΑΙ τη δόξα άρχισαν να μιλάνε για «εντεχνίλα»! Ιδεολογικοποιησαν το κενό τους, την έλλειψη προτάσεων και πήραν απαλλακτικό από τη συνείδησή τους για να βουτήξουν κι αυτοί λίγο νερό από το ποτάμι των απέναντι. Άντε τώρα να βγάλουν το ψωμί τους οι Μαρκατόπουλοι κι οι Παπαδόπουλοι που εξακολουθούν, πανάθεμά τους, να γεννιούνται

Οφείλω να πω ότι ο δίσκος κυκλοφόρησε από τον Σείριο του Μάνου Χατζιδάκι. Τον μεταχατζιδακικό Σείριο που για κάποια χρόνια προσπάθησε να συντηρήσει το όραμα και το ύψος του πήχη τονοποίο είχε θέσει ο δημιουργός του, εκδίδοντας δίσκους σαν κι αυτόν. Με τα χρόνια ο Σείριος άρχισε να υπολειτουργεί, τον εγκατέλειψαν και οι πιστότεροι ακόμα των μαθητών του Μάνου Χατζιδάκι και σήμερα υπάγεται υπό ένα καθεστώς που δεν γνωρίζω κι ούτε θέλω και να μάθω, σε μιαν από τις, ούτως ή άλλως υπολειτουργούσες, άλλοτε μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες. Λυπάμαι που το λέω αλλά προσωπικά πιστεύω πως θα ήταν προτιμότερο να κλείσει ο κύκλος αυτής της ιστορικής ετικέτας.

Θα έλεγα ν ακούσουμε κάπως σερί τα υπόλοιπα τραγούδια του χαμένου ποιητή, είναι μικρά άλλωστε, γιατί θέλω στη συνέχεια ν ακούσουμε Μαρκατόπουλο και Παπαδόπουλο αλλού και αλλιώς και να πούμε και κάποια άλλα πράγματα. Τα τρία τελευταία τραγούδια του δίσκου που θ ακούσουμε ευθύς αμέσως τιτλοφορούνται Δάφνες, Παρέλαση και βεβαίως΄: Χαμένος ποιητής.

Έτσι αυτοσαρκαστικά τελειώνουν τα Τραγούδια του χαμένου ποιητή αλλά και η πορεία του συνθέτη και του στιχουργού -μέχρι στιγμής τουλάχιστον- στο ελληνικό τραγούδι. Ο δίσκος κυκλοφορεί και νομίζω ότι αξίζει μια θέση στην καρδιά σας. Τον ακούσατε και μπορείτε ν’ αποφασίσετε. Θα πάμε τώρα πέντε χρόνια πίσω, όπου κυκλοφορεί ένας δίσκος με τον τίτλο Τραγούδια για μικρές εβδομάδες. Εκεί πρωτοακούμε τα ονόματα Μαρκατοπουλος και Χρίστος Παπαδόπουλος και, αν δεν κάνω λάθος, εκεί πρωτακούμε και άλλη μια νέα, επίσης από Θεσσαλονίκη, ωραία αντρική φωνή. Τον Μανώλη Χατζημανώλη. Ο δίσκος αυτός μάλιστα έβγαλε και σουξέ. Για ν ακούσουμε το πιο δημοφιλές αυτής της εργασίας. Το Απόψε άργησα -να βάλω την καρδιά μπροστά.

Δεν μπορεί να μην το θυμάστε δεν μπορεί να μην το έχετε ακούσει Μάλιστα πολλοί μοντέρνοι ψυχοθεραπευτές χρησιμοποιούν το ρεφρέν για να διδάξουν στους θεραπευόμενους τη διαφορά του ρολογιού της καρδιάς με εκείνου του μυαλού και τις μεγάλες της συνέπειες. Της διαφοράς δηλαδή. Τέρμα το χιούμορ τώρα, μολονότι το συγκεκριμένο το λέω από προσωπική εμπειρία. 1996 λοιπόν και τα ραδιόφωνα δημόσια ιδιωτικά και ΙΕΚ μεταδίδουν πολύ αυτόν τον δίσκο. Έχει όντως μερικά πολύ ωραία τραγούδια, έχει έναν καλό καινούργιο τραγουδιστή και οι πιο στενά ενδιαφερόμενοι αναζητούν και τα ονόματα των δημιουργών. Έτσι μπήκε στη ζωή μας το δίδυμο για το οποίο μιλάμε απόψε. Πώς έτσι; Με τον απλούστερο τρόπο: με όμορφα και έντιμα τραγούδια που φλέρταραν λίγο και με κάποιες ακρότητες. Σαν αυτό ας πούμε:

Παιζει το Πρόσχημα

Τι καλομετρημένο λαϊκό. Λοιπόν νομίζω πως ο Χρίστος ο Παπαδόπουλος αν κατάφερνε να επιβιώσει στην αγορά του τραγουδιού μπορεί και να άνοιγε ένα δικό του δρόμο. Ο λόγος του είναι επαμφοτερίζων. Πότε σκατάτα λαϊκός και πότε εξαιρετικά ποιητικός -θα μπορούσε να διαγράψει μια πολύ ενδιαφέρουσα πορεία. Για ακούστε κι αυτό.

Παίζει το Δικό μου το φεγγάρι

Και αυτό το τραγούδι ακούστηκε πολύ. Και λες ρε γαμώτο αφού μπορούν γίνουν επιτυχίες μια χαρά τραγούδια τι έχει και ψοφάει το έρμο το έντεχνο; Έλα μου ντε. Τι έχει;

Παίζει Η μοναξιά στην εθνική οδό

Ορίστε. Τι έχει; Και λαϊκό είναι και ερωτικό είναι και φωνάρα το λέει, γιατί ο κόσμος σαν τρελός τρέχει να ακούσει τον κ. Βήχα; Αυτό σηκώνει πολλή ανάλυση κι αν τύχει θα την κάνουμε άλλη φορά. Απόψε μιλάμε συγκεκριμένα. Είδατε πόσο ωραία λαϊκός είναι εδώ ο Μαρκατόπουλος; Άλλο πρόσωπο από τον δίσκο που ακούσαμε στην αρχή της εκπομπής. Και λοιπόν; Πού πήγαν αυτοί οι άνθρωποι; Σε ποιον πλανήτη εκτοξεύτηκαν οι καριέρες τους; Στον πλανήτη του πουθενά! Ο μεν κ. Μαρκατόπουλος από ό,τι έχω ακούσει απογοητεύθηκε πολύ και κλείστηκε στον εαυτό του, δεν θέλει παρτίδες με τη δισκογραφία, ο δε κ. Παπαδόπουλος, εκπαιδευτικός ων, πήρε την άγουσα για Αίγυπτο. Εργάζεται στο εκεί μορφωτικό ίδρυμα του αρμοδίου υπουργείου κι έχουμε ν’ ακούσουμε τραγούδι του κάτι χρόνια. Εκ των τραγουδιστών ο μεν κ Χατζημανώλης παλεύει με νύχια και με δόντια να βρει να βγάλει δίσκο ο δε Παντελής Θεοχαρίδης βγάζει που και που κανένα δίσκο, μένει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη και δουλεύει σε συναυλίες και σε μαγαζιά της πόλεώς του για να συντηρήσει την οικογένειά του. Όχι δεν είναι ούτε οι πρώτοι ούτε οι μόνοι και φυσικά δεν πρόκειται να είναι και οι τελευταίοι που βιώνουν αυτό το πολιτιστικό όνειδος. Το τοπίο διαγράφεται ακόμα πιο ακανθώδες και ερημικό για τους επερχόμενους καλλιτέχνες του ελληνικού τραγουδιού. Τι φταίει; Τι λείπει; Σε πολύ μεγάλο σημείο ΚΑΙ η δική μας αντίδραση στα σκουπίδια. Σας το λέω συχνά. Είμαστε συνυπεύθυνοι.
Advertisements

Αυτό το μεταίχμιο του χρόνου κάθε βδομάδα άλλοτε με λυτρώνει και άλλοτε με καταστρέφει. Εννοώ ότι ενώ ψυχολογικά για μένα είναι ακόμα Τετάρτη, τυπικά αλλά και ουσιαστικά βρισκόμαστε στα πρώτα 3-4 λεπτά της Πέμπτης. Σήμερα μάλλον λυτρώθηκα. Δεν είμαι των επετείων εθνικών τε και άλλων. Έβαλα κι ένα ωραιότατο τσάμικο για να κολάσω την αποστροφή μου και λέω να κάνουμε κανονικό ιατρείο, χωρίς περικεφαλαίες φουστανέλες και άλλα ιστορίας σημαντικά ή κωμικοτραγικά. Μην παρεξηγηθώ. Δεν μιλώ απαξιωτικά για την Ιστορία. Η αποτύπωσή της στη ζωή μας με ενοχλεί από παιδί. Μη θυμηθώ τώρα και τα λαϊκίστικα που ζούμε όπου βλέπεις τον Αριστοτέλη στους δρόμους να λέει: ψηφίστε με! για να βγει ο σημαντικότερος Έλληνας στο πιο διάτρητο -γκάλοπ να το πω; που θυμάμαι στα 30 δημοσιογραφικά μου χρόνια. Όχι δεν θα θυμώσω. Προς το παρόν τουλάχιστον. Καλησπέρα σας.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη διάβασε και ο Ηλίας Λιούγκος μελοποίησε και τραγούδησε το ποίημα του Γιώργου Σαραντάρη «Εμείς οι Έλληνες». Τώρα αν έπαιζα αμέσως και τους Κωλοελληνες του Διονυσίου Σαββοπούλου, και αυτό πάλι μέσα θα ήταν. Και η δική του αλήθεια, αλήθεια θα ήταν πάλι. Περίπλοκος λαός και ακραίος, για πολύ ψηλά τείχη και για πολύ χαμηλά ένστικτα ταυτοχρόνως. Αν μη τι άλλο δεν είμαστε μέτριοι.

Το τραγούδι Είναι παλιό το λιμάνι ζήτησε και το έλαβε βεβαίως ασθενής από τα Χανιά. Αν μου επιτρέπετε αγαπητέ μιαν ερώτηση: εσάς, τώρα, η παλαιότητα του λιμανιού είναι που σας πετάει έξω, που σας στενεύει; Είναι αλήθεια πως τα παλιά λιμάνια στοιχειώνουν από εκατομμύρια παλιές ζωές και ιστορίες και δεν χωράς να περάσεις –όσοι είμαστε από τόπο σε θάλασσα ξέρουμε. Ωστόσο ως εδώ που φτάσαμε, αγαπητέ, κι ένα νεότερο λιμάνι μη νομίζετε ότι θα σας κράταγε περισσότερο. Ούτε εκεί θα περιμένατε. Όποιος δρομολογήθηκε για ταξίδι θα το κάνει -ό,τι κι αν συμβεί. Τώρα γιατί κάτι πυροβολημένοι σαν κι έμενα περιμένουμε ακόμα να επιστρέψει ο φίλος που έφυγε για τα ανοιχτά, δεν το έχω εξηγήσει. Ίσως αυτό το «ανοιχτά», «για τ’ ανοιχτά», να μας παγίδεψε στα χρόνια που ήρθαν.

Αφιερωμένο στον Νίκο Αϊβαλή και στις εμμονές της γενιάς μας. Η οποία -γενιάμας- εξακολουθεί να ρωτάει με χαμόγελο τσίχλας: Τι νέα ψιψίνα; ενώ στο χέρι κρατά τον, μαύρο κατά κανόνα, σκύλο της ζωής της. Χαίρε Νίκο των αδιακρίτως αγαπηθέντων προσώπων που μας σημάδεψαν. Αλλά… τώρα σας έχω νέα. Και τι νέα. Για πάμε

Γεράσιμε σου έχω πει να μην τραβάς φωτογραφίες ερήμην μου, τσαντίζομαι γιατί δεν ξέρω αν στοχεύεις το καλό μου προφίλ ή το άλλο που με αδικεί… κάπως. Αφ ετέρου διάλογο με τα ολοκαίνουργια τραγούδια της οσίας τριάδας θ’ αρχίσουμε από την άλλη εβδομάδα. Να σας πω τα γεγονότα απόψε. Γεράσιμος Ευαγγελάτος Θέμης Καραμουρατίδης και Νατάσσα Μποφίλιου σ ένα διπλό χτύπημα, κάπως σαν αντάρτες πόλεων. Πρώτον ένα cd με Τρία κρυφά τραγούδια –τα δύο θα τα ακούσουμε απόψε- και δεύτερον από την Παρασκευή και όλες τις Παρασκευές αυτής της Άνοιξης -πλην της Μεγάλης, αν και δεν καταλαβαίνω γιατί, μια χαρά θα ήταν μετά τον Επιτάφιο- σ’ ένα πρόγραμμα από εκείνα που εκείνοι ξέρουν να χτίζουν για να κατεδαφίζουν εμάς. Δεν το έκρυψα ποτέ ότι τους έχω αδυναμία. Όχι για τα ωραία τους μάτια και μόνον. Για το ιερό, καθώς φαίνεται, ταλέντο τους. Το ιατρείον ασμάτων είναι φτωχό μη κυβερνητικό και ανιδιοτελές. Άρα δεν μπορεί να γίνει πρακτικά χορηγός αυτών των καλλιτεχνών. Δεν ξεχνά ωστόσο ποτέ ότι απέκτησε το πρώτο του -και τελευταίο- ασθενοφόρο από αυτά τα τρία παιδιά όταν ο γιατρός έκλεινε μισόν αιώνα ζωής και πάνω από όλα το ιατρείο θα παραμερίζει πάντα να περνούν οι ταλαντούχοι. Νατάσσα, Θέμη, Γεράσιμε, βγείτε και τσακίστε τους την καρδιά.

Στο χώμα είναι η μοίρα τους να γράφονται τα ονόματα. Όχι για να σβήνουν με τον αέρα που περνά αλλά για να προσέχουμε πού πατάμε. Η εξαιρετική κυρία Μαρία Βουμβάκη που ακούσαμε αφιερωμένη στα τρία νέα παιδιά που ξέρω ότι τους αρέσει αν και μαέστρο προσωπικά δεν τη βρίσκω και τόσο… ποπ. Θα πω άλλη στιγμή τι θεωρώ πως είναι για την ελληνική δισκογραφία. Μωρέ τώρα που είπα ελληνική δισκογραφία τι θυμήθηκα να δεις…

Αυτό το τραγούδι λέγεται Θυμός και ήτανε να παίξει την περασμένη Τετάρτη μετά το Αμίλητο νερό, αλλά δεν χώρεσε. Και θα το έπαιζα κολλητά στον στίχο του Ισαάκ Σούση Χρόνια στεγνώνει μέσα μου το αμίλητο νερό, όχι μόνο για εκείνο που λέει ο Θυμός: και για χρόνια πολλά/ δε σου παίρνουν μιλιά/ μια βραχνάδα παλιά/ το τσιγάρο αθωώνει-με ξέρουνε χριστέ μου;- αλλά και γιατί αυτό είναι ένα τραγούδι που τυπικά ΔΕΝ υπάρχει. Πόσο το ‘εχω στα συρτάρια, δύο χρόνια; τρία; Κώστας Γαϊτανάς ο συνθέτης και αναγκαστικά ο ερμηνευτής -μια χαρά τα πήγες Μιγκέλ- Τάσος Μιτσελής ο στιχουργός. Έχω θυμώσει και πια θα το δείχνω με κάθε τρόπο. Υπάρχουν νέα παιδιά νέα μυαλά νέο υλικό. Τ’ αγόρια που σας λέω μεγάλωσαν -ο ένας πήγε 25 κι ο άλλος 22, φαντασθειτε σε τι ηλικία το έγραψαν. Κι έχουν υλικό. Ελληνική δισκογραφία, μεγάλο- και μικρο-τραγουδιστές: anybody there? Ό,τι βρίσκω και μ αρέσει θα το παίζω από εδώ. Πάει τελείωσε. Όποιος ενδιαφέρεται το ιατρείον ασμάτων δεν κλείνει ποτέ αλλά… φιλτράρει. Παίζει ο,τι του αρέσει.

Κυκλοφόρησε πως ζοριζόμαστε πλάκωσε και η Αντιγόνη του Σοφοκλέους. Ας είναι. Δε μου λέτε, έχετε σκεφτεί πώς καταλαβαίνεις ότι μεγάλωσες… αρκούντως; Την περασμένη Δευτέρα το ανακάλυψα. Όταν ο άλλος σου λέει μία λέξη κι εσύ αντ’ αυτής έχεις να πεις μιαν ολόκληρη ιστορία. Πικρό αστείο. Ή μπλακ τρουθ στα τριπολιτσιώτικα. Κι αυτή η φωνή που ακούσαμε; Η κυρία Καίτη Κουλιά; Τι να τραγουδήσει; Ποιος θα καταδεχτεί να της γράψει από τους μεγάλους -άντε και τους μεγαλομανείς. Α ρε πατρίδα.

Θα μου πείτε και στη Φλέρυ Νταντωνάκη που καταδέχτηκαν να γράψουνε τι προκοπή είδε; Υπάρχει μια διαφορά. Εδώ δεν έφταιγε ο τυφώνας ελληνική δισκογραφία. Ήταν θέμα ψυχισμού, μυαλού ιδιαίτερου, και άλλων πολλών που δεν είναι της παρούσης. Συνάντησα προχθές τον Γιώργο τον Τσαμπρα συνάδελφο και φίλο εκλεκτό, τι κάνεις από δουλειά; του λέω; Ε ξέρεις, στο Δεύτερο όπως κι εσύ κι ο,τι βγάζω από την ελληνική δισκογραφία – ο Γιώργος είναι γνωστός δημιουργός και επιμελητής σημαντικότατων μουσικών εκδόσεων, εγω τον λέω και ιστορικό της γενιάς μου μολονότι ηλικιακά ειναι μικρότερος, δημοσιογραφικά είμαστε συνομίληκοι. Βέβαια όταν λέμε ρε Στέλλα τώρα ελληνική δισκογραφία ξέρεις τι εννοούμε, τα cd που δίνουν οι εφημερίδες! Αχ Γιώργο, να σου πω, καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή -το γνωρίζεις. Αλλά θα σου πω, πάνω από όλα, ότι τη συγκεκριμένη ντροπή δε θα την επωμιστούμε εμείς οι παλαιοί των ημερών δημοσιογράφοι. Χάρηκα που τα ‘παμε έστω και έτσι, που λέει κι ένα τραγούδι.

Ε αυτό το τελευταίο είναι το σωστό: μια μαχαιριά. Το «ποτέ μαζί» δεν σώζεται δεν πάει να το ακούς και με των άστρων τη μουσική; Ούτε εσύ σώζεσαι, απλώς… καμώνεσαι. Μαζεύεις τα αμάζευτα και τα ασυμμάζευτα της τωρινής ζωής σου και βγάζεις έκτακτο διάγγελμα: είμαι μεγαλύτερη, είμαι ωριμότερη, είμαι σοφότερη, είμαι βαρύτερη, είμαι… μελαγχολικότερη – λέγεται αυτό;- τέλος πάντων είμαι όλα αυτά ΑΡΑ: μπορώ να το αντέξω, μπορώ να μην γίνω χίλια κομμάτια –να σταματήσω στα 832 ας πούμε- μπορώ να δείχνω ατσαλάκωτη. Γρηγοράκη, νοσοκόμε μου… φέρε τη βαλίτσα με τα χάπια μου, να χαρείς, γιατί-εγώ-τώρα- πρέπει να μπορώ.

Τελικά η δικιά μου η γενιά ήταν πιο ανθεκτική, μου φαίνεται. Θυμάμαι λέγαμε τσιτάτα του στυλ: όποιος φοβάται πάει και κοιμάται, λέγαμε: τα καλά κορίτσια πάνε για ύπνο τα κακά πάνε παντού…. Σήμερα καλά κακά κορίτσια κι αγόρια μόλις πάει 12, άντε να πω και μία, πυζαμούλα και κρεβάτι διότι ξυπνούν νωρίς. Κι εμείς δουλεύαμε ρε παιδιά από τα 19 μας χρόνια. Τι να πω; Τι να πιω; Φταίνε τα νάτρια και τα κάλια και οι σίδηροι και οι αιματοκρίτες που τα τινάξατε νωρίς νωρίς στον αέρα; Δεν ξέρω, άλλης ειδικότητας είμαι εγώ. Τέλος πάντων θα το δεχτώ, τι να κάνω; Καλόν ύπνο να έχετε. Κι επειδή, μολονότι δεν είμαι Σκορπιός. κατά καιρούς τη ρίχνω τη τσιμπιά μου σας εύχομαι: με δαίμονες να κοιμηθείτε μ αγγέλους να ξυπνήσετε.

Μείνετε συντονισμένοι στο Β΄ Πρόγραμμα. Εδώ η μουσική ακούγεται και, καμιά φορά, πονάει κιόλας.

Το ξέρω δεν με παίρνει για πολλά. Καταραμένη επίγνωση μιας καθυστερημένης συνάντησης. Εμπόδια βλέπω -είπε η μάγισσα. Δρόμους πολλούς, λαχάνιασμα, βήχας, σπασμένα γυαλιά και δάκρυα δάκρυα όχι δικά σου εσύ δεν κλαις, άλλος θα κάνει το μεροκάματό σου στο κλάμα. Εσύ θα λιγοστεύεις μόνο κάθε φορά που η καληνύχτα δεν θα κρύβει υποσχέσεις.

Μην έχετε και πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στους ευαίσθητους ληστές. Σας το λέω εκ πείρας. Μπορεί αίφνης να τους βρείτε μες στα συρτάρια σας ν’ ανασκαλεύουν τις σκονισμένες σκέψεις, μπορεί να τους δείτε μέσα στα ρούχα σας να ζητάνε μερίδιο από τις παλιές σας χειρονομίες. Κι από την άλλη γίνομαι έξαλλη μ’ αυτή τη σιγουριά τους. Ότι θα τους κλάψει η μάνα τους, λέω. Μπορεί να μην ξέρω από τζόγο αλλά θα το παίξω το στοίχημα. Λοιπόν ποντάρω ότι η μάδερ 7 στις 10 φορές. εκεί μέσα στο κλάμα της. θα ψιθυρίζει: ένας φέρελπις μητροκτόνος λιγότερος.

Μου είπαν… είναι σύμπτωμα υγείας να ξεχάσεις τη μέρα που πέθανε η μάνα σου. Φέτος μου συνέβη, μόλις την περασμένη εβδομάδα, ύστερα από οκτώ χρόνια. Ταράχτηκα όταν το ανακάλυψα μέσα στα λόγια του αδελφού μου. Αυτό ήτανε; Την ξέχασα; Δηλαδή τώρα είμαι καλά γιατρέ μου; Άστε με κάτω. Θέλω να της βάλω ένα τραγούδι.

Χρόνια περιφρονημένα – με τη Σωτηρία Μπέλλου

Ξέρεις μαμά το θέμα είναι να με ξεχάσεις εσύ. Να φύγει η υγρασία σου από τα μάτια μου, να μη σκοτώνω τους ανθρώπους για να μ αγαπήσουν, να έχω πάλι ύπνο μέρα και νύχτα στις σωστές τους ώρες. Και πάνω από όλα μαμά να μπορέσω κάποτε ν αντέξω να πω ή ν ακούσω τη θανατηφόρα λέξη: αντίο.

Την έβδομη ημέρα ο θεός τίναξε τη σκόνη από τα ρούχα του, έβαλε τις παντόφλες του κι έκατσε επιτέλους ν’ αναπαυτεί και ν’ απολαύσει το έργο του. Από τότε οι Κυριακές μπαίνουν κρυφά στα σπίτια των ανθρώπων κλείνουν τις κουρτίνες τα ραδιόφωνα κατεβάζουν τον γενικό. Όποιος βγει να πάρει εφημερίδα και τσιγάρα δεν μπορεί να επιστρέψει, δεν έχει τρόπο να μπει σπίτι του. Όσοι είναι μέσα κρύβονται, κάνουν πως κοιμούνται, σωπαίνουν για 24 ώρες, να περάσει η επήρεια της κούρασης του θεού. Από τότε οι Κυριακές έγιναν ημερήσιες εκδρομές στις τύψεις μας και ο τελευταίος ασπασμός σε ό,τι παρ όλα αυτά αγαπήσαμε.

Προδοσία Φόνος και όμως Αγάπη! Τίποτα σπουδαίο χωρίς το αίμα του, τίποτα μεγάλο χωρίς το νεκρό του. Δεν έχει τελικά σημασία πού μπορεί να αλητεύει το σώμα σου. Το σημείο μηδέν είναι ΠΟΥ βρίσκεται το μυαλό σου. Δεν έχει διέξοδο αυτό το μονοπάτι γι’ αυτό και κανείς δεν φρόντισε να του βάλει σήματα. Ένα στοπ, μια υποχρεωτική πορεία, μια στροφή αριστερά, ένα Κίνδυνος κατολισθήσεις. Μία θα προδώσεις μία θα προδοθείς, σα να υπάρχει δικαιοσύνη στα αισθήματα και ανταμείβεσαι σε άλλο χρόνο από άλλο χέρι γι’ αυτό που έδωσες ή που πήρες από άλλον άνθρωπο. Γαϊτανάκι του θανάτου.

Το πλοίο έφυγε. Αλλά εμείς θα πάρουμε το αυτοκίνητο τα απολύτως απαραίτητα και θα ξεκινήσουμε για τον κόσμο. Θα γνωρίσουμε τόπους ανθρώπους οροσειρές ωκεανούς θα γίνουμε φίλοι με τα αποδημητικά πουλιά και συγγενείς με τα θηρία. Θα πατάμε γκάζι στα στοπ και θα σταματάμε στο πράσινο. Θα κοιτάμε τα χρόνια να περνούν έξω από τζάμι, τις αναμνήσεις να σκοτώνονται σαν έντομα στο παρμπρίζ κι εμείς θα ταξιδεύουμε. Κι όταν τελειώσουν όλα χρήματα βενζίνη τροφή δύναμη, όχι δεν θα κάνουμε τηλεφώνημα στην πατρίδα για να μας γυρίσει κάποιος πίσω. Θα διαλέξουμε μια θάλασσα. Θα φορέσουμε τα καλά μας ρούχα και θα ξαπλώσουμε ακριβώς εκεί που σκάει το κύμα. Θα κοιμηθούμε. Για πάντα.

Ο κόσμος πηγαίνει πάσο σε όσους φοβάται –για να εξηγούμεθα. Και ποιους μπορεί να φοβάται δηλαδή; Έναν που την λέει την καρδιά του ας πούμε, έναν άλλο που ξέρει από χαράδρες και γκρεμούς κι εκείνον κει κάτω τον αμίλητο τον συνεσταλμένο ο οποίος κάτω από τα ρούχα του είναι ζωσμένος με τη λύπη όλου του κόσμου κι αν εκραγεί θα κάνει μεγάλη ζημιά στην ευκολία σας. Ο κόσμος επίσης πηγαίνει πάσο και σ’ εκείνους που αρνούνται να του μοιάσουν. Που επιλέγουν την τρέλα από την εκπόρνευση των αισθημάτων, που γελούν παράξενα την ώρα που κηδεύεται η χαρά τους. Όλα τα άλλα είναι για στυγνούς χαρτοπαίκτες.

Παλιές αντιλήψεις. Τις κατέρριψε η επιστήμη τις καταρρίπτει συνέχεια και η ζωή. Με όλο το σεβασμό προς τους δημιουργούς, τι ερώτηση είναι αυτή: ποιος θα πονεί ποιος θα πονεί, μανούλα μου; Το παιδί της μανούλας του θα πονεί, ποιος άλλος; Το ανοίξαμε το θέμα λίγο την περασμένη εβδομάδα για τη μητέρα-φόνισσα και το ρόλο της στη, δικιά μας τουλάχιστον, κοινωνία. Θα το πάω σιγά σιγά γιατί βλέπω οργή να ξεσηκώνεται από τις κυρίες που έχουν τον ρόλο. Μη σας θυμίσω το ρητό με τη μύγα και ποιος την έχει. Οι υπόλοιπες μια χαρά καταλαβαίνετε τι λέω. Ωστόσο σκέπτομαι πως μέσα από αυτή τη μαύρη αλήθεια έχουμε αθωώσει παμψηφεί τον πατέρα τον άνδρα τον σύζυγο. Κάνοντας ζουμ στη γυναίκα-μητέρα πετάμε τελείως έξω από το κάδρο τον πατέρα ο οποίος μια χαρά εγκληματεί κι αυτός απέναντι στα παιδιά του αλλά περνάει κάπως στο ντούκου και στο στυλ: άντρας είναι θα ρίξει και μια μαχαιριά παραπάνω. Δεν επιθυμώ να κλείσω σπίτια αλλά πάντα με προβλημάτιζε το ποιοι τεκνοποιούν τελικά. Ακριβώς επειδή το προϊόν τους θα πληρώσει τα σπασμένα.

Όταν ήμουν μικρή βιαζόμουνα να μεγαλώσω για να ξεφύγω από τους δαίμονές μου. Όταν μεγάλωσα συγκατοίκησα με τους δαίμονες και τώρα που βλέπω μόνο κατηφόρα στους δρόμους τους οποίους βρίσκω θα ήθελα να ξαναπολεμήσω με όσα φοβήθηκα. Κι ας ξαναχάσω. Δεν μέτρησα ποτέ τη ζωή μου με τις νίκες, σε σημείο γαϊδουριάς δηλαδή απέναντι στον κόπο μου. Οι ήττες πάντα με κρατούσαν από τα μαλλιά για να μην πνιγώ.

Τι υπέροχη επιθυμία. Ως να μου γίνεις μοίρα θάνατος και πέτρα. Είναι άνθρωποι που ψάχνουν τους τόπους. Σα ραβδοσκόποι γυρνούν κι ανακαλύπτουν νέα γη, άλλη γη από αυτή που τους έμαθαν, άλλο χώμα από αυτό πάνω στο οποίο ζωγράφισαν τα πρώτα τους βήματα. Ταξίδια, πόλεις, προορισμοί -φυγή το λένε. Είναι άνθρωποι που ψάχνουν τα πρόσωπα. Σαν τυφλοί ανιχνεύουν δια της αφής χαρακτηριστικά, ερμηνεύουν κινήσεις, διαβάζουν χειρονομίες. Δεν τους νοιάζουν τα σώματα. Μόνο τα πρόσωπα. Ταξίδια είναι κι αυτά ίσως και λίγο πιο επικίνδυνα γιατί ένα πρόσωπο ματώνει δακρύζει ουρλιάζει γελάει, ένας τόπος σε αναγκάζει να τα κάνεις εσύ αυτά. Αλλά κι αυτό! πάλι φυγή το λένε. Και οι δυο τύποι ανθρώπων πάντως βγάζουν το μαύρο σκύλο τους βόλτα την ίδια ώρα με διαφορά 20 χρόνων.

Έκλαιγε αλλά κρυφά από τους άλλους. Εκείνοι που ερωτεύονται τα αγάλματα έχουν από τη φύση τους μια τάση να κρύβονται. Ίσως γιατί γνωρίζουν τη σκληρότητα του ανεπίδοτου αισθήματος διότι τα μάρμαρα ριγούν, πώς ν’ ανταποκριθούν διαφορετικά; Διότι τα αγάλματα είναι κι αυτά άνθρωποι που έμειναν ακίνητοι για πάντα και τους πέτρωσε η σκόνη του χρόνου. Τίναζε τα μαλλιά της κι έτρεχε στα ποτάμια να λουστεί, χειμώνα καλοκαίρι με την ίδια λαχτάρα. Ήθελε νερό συνέχεια απάνω της να τρέχει. Να την κοιτάζεις, να βλέπεις να ρυάκια στο κορμί της αλλά να μη μπορείς να ξεχωρίσεις τα δάκρυα. Τέτοιος αυτοκαταστροφικός νάρκισσος.

Το θέλω μου το τάχα ανύποπτο/ στο πάτωμα ριγάει ανείπωτο/ ξανά. Ε και τι άλλο να κάνει; Τουλάχιστον τα πατώματα τα ξέρει καλά. Και σε τραγούδια και σε ζωή. Κι ύστερα τι περιμένεις να συμβεί; Να καλύψεις τόσους αιώνες σιωπής με μια κουβέντα; Και τι έχεις να δώσεις; Σκοτάδι, νύχτα φόβο. Γι αυτό σου λέω. Μάζεψτα και μην τα απλώνεις. Δε σε παίρνει. Πέρασες. Τουλάχιστον ο ματαιωμένος ύπνος σου έχει πάλι μιαν εικόνα να δακρύζει.

Ονειροπόλοι γίναμε βασικά, πηγή ζωής για τους άλλους θανάσιμοι για τον εαυτό μας. …Κάθομαι και σκέφτομαι. Σήμερα σε ποιον θα πεις ή ποιος θα σου πει : ποτάμι μέσα μου πικρό το αίμα της πληγής σου, χωρίς να σε κοροϊδέψει το σύμπαν γύρω σου; Ό,τι μας ανέθρεψε είναι πλέον λέξεις και φράσεις και έννοιες πολύ χαμηλής συχνότητας που λέει και μια φίλη μου. Πάντως εγώ το έχω το ποτάμι. Και φροντίζω να έχει πάντα ροή.

Αστραπές δίνω και κεραυνούς, χώμα δίνω και νερό -υπάρχει πρόβλημα; Ποιος φοβάται να τα πάρει; Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Το ζόρι βρίσκεται αλλού. Σε αντέχει ο άλλος; Είναι σε θέση να σηκώσει τον ίσκιο σου; Μπορεί ν’ ανοίξει το βήμα του στο διασκελισμό σου; Όχι γιατί εσύ είσαι ο θεός ο βούδας και οι τρεις μάγοι με τα δώρα μαζί. Κάθε άλλο. Απλώς γιατί εσύ δίνεις ό,τι έχεις έντρομη, ιδρωμένη κι επικίνδυνη από το φόβο σου μήπως βρεθεί εκείνος που θα σε δεχτεί. Ο ασκημένος στην ερημιά δε φοβάται τον κόσμο, την ερημιά πάλι φοβάται.

Ήταν κάποτε ένα χαρτάκι, ό,τι απόμεινε δηλαδή από μια ολόκληρη καμένη σελίδα. Το παρέσυρε ο αέρας και το ταξίδευε στους δρόμους της Αθήνας, οι περισσότεροι άνθρωποι το πατούσαν γιατί ήταν πολύ μικρό και δεν φαινόταν. Εκείνο έτρεμε, φοβόταν, προσπαθούσε μόνο του να κυλήσει σε πιο ασφαλή σημεία, ένα πεζοδρόμιο, στο γκαζόν μιας πλατείας, ο πιο μεγάλος του φόβος ήταν οι εργάτες του δήμου με τη σκούπα και το φαράσι. Μόλις τους έβλεπε να καταφτάνουν, κουτρουβαλούσε όσο γινόταν να φύγει να χαθεί απ’ τον ορίζοντά τους. Πέρασαν μέρες μήνες χρόνια το χαρτάκι πότε Σταδίου, πότε Αγίου Τρύφωνος, πότε Αγγίστης έκοβε τις βόλτες του μη ξέροντας τι θ’ απογίνει. Μέχρι που μια μέρα μια μεσήλικη γυναίκα το εντόπισε σε κάτι δρόμους στον Κορυδαλλό, έσκυψε και το πήρε στα χέρια της. Το κοίταξε καλά, είδε τα ίχνη της φωτιάς στις άκρες του, άνοιξε ένα βιβλίο που κρατούσε και το έβαλε μέσα. Μην τα πολυλογούμε το πήρε σπίτι της και το ακούμπησε στο γραφείο της. Άρχισε να του μιλάει. Εκείνο σιωπηλό, χαρτάκι ήταν πώς να πει; Του μιλαγε του μίλαγε και κάποια στιγμή παρατήρησε πως το χαρτάκι έπαιρνε σιγά σιγά να μεγαλώνει. Κόντευε να γίνει ξανά αυτό που ήταν κάποτε. Μια ωραία μεγάλη λευκή σελίδα. Και τότε μίλησε: Αφού μεγάλωσα ξανά, εσύ γιατί με λες ακόμα χαρτάκι; Για να θυμάσαι -του είπε- παιδί μου την καταγωγή σου: τη φωτιά.

Λόγια, λόγια, λόγια. Από πού μπάζει τελικά ο άνθρωπος; Από πού τσακίζει; Καθένας έχει τη χαραμάδα του την αποκλειστική. Άλλος πέφτει στο πάτωμα από μια σιωπή, άλλος σέρνεται για μιαν ερώτηση που δεν μπορεί να απαντήσει, κι άλλος χώνεται στα μπουκάλια ολόκληρος να φαίνεται αλλά να μην είναι. Κοινός παρονομαστής στην άλωση της ψυχής; Κανένας.

Οι μικρές σιωπές της κάθε μέρας σκεπάζουν με σκόνη τα αισθήματα. Τα αγάλματα της επιθυμίας θρυμματίζονται αχάιδευτα κάθε στιγμή που κοντά σου δεν. Το σπίτι γεμίζει καπνούς, δεν είναι τα τσιγάρα, δεν είναι οι ζωές μας, τι καίγεται λοιπόν τόσα χρόνια κι ακόμα είναι άκαυτο; Μη μου ζητήσεις χρόνο, δεν έχω. Μη μου ζητήσεις εξηγήσεις… έχω.